Την Τετάρτη 27 Μαϊου η υπόθεση της Αχαϊκής Τράπεζας έρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Οι κατηγορούμενοι θα καθίσουν στο εδώλιο σε δεύτερο βαθμό, ώστε το Εφετείο να κρίνει ποιοι ήταν αυτοί που ενέχονται στο σκάνδαλο των 209 εκατομμυρίων ευρώ. Με βάση την κατηγορία, πρόκειται για πραγματική ζημία που προκλήθηκε από προβληματικές δανειοδοτήσεις και πρακτικές διαχείρισης. Για την υπεράσπιση, όμως, το ποσό αυτό δεν αποτυπώνει πραγματική οικονομική απώλεια, αλλά μια συνολική λογιστική εικόνα που διαμορφώθηκε μετά την κρίση και την εκκαθάριση της τράπεζας.
Ωστόσο, η πραγματική έννοια αυτού του αριθμού αποτελεί σήμερα αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης. Είναι το τελικό κόστος της κατάρρευσης; Είναι λογιστική αποτίμηση; Ή είναι πραγματική περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από συγκεκριμένες αποφάσεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το Εφετείο.
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρονται δάνεια που κατέληξαν σε οριστική καθυστέρηση, ανεπαρκείς εξασφαλίσεις, συνεχείς αναχρηματοδοτήσεις και χρηματοδοτήσεις που εγκρίθηκαν παρά τον υψηλό πιστωτικό κίνδυνο. Και έτσι κάποιοι συγκεκριμένοι δανειολήπτες που φέρεται να ζημίωσαν την τράπεζα, καταδικάστηκαν.
Η υπεράσπιση, ωστόσο, υποστηρίζει ότι υπήρχαν ακίνητα ή προσωπικές εγγυήσεις, έγιναν εισπράξεις και ρυθμίσεις, ενώ μέρος των απαιτήσεων ανακτήθηκε μέσω εκκαθάρισης ή μεταβίβασης δανείων. Με βάση αυτή τη γραμμή, η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η ζημία εμφανίζεται μεγαλύτερη απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα.
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Ενα από τα επιχειρήματα της υπεράσπισης είναι ότι η κρίση του 2009 και η κατάρρευση της αγοράς άλλαξαν πλήρως τα δεδομένα. Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή, πολλές επιχειρήσεις που χρηματοδοτήθηκαν ήταν τότε ενεργές και με σημαντικό κύκλο εργασιών, η αξία ακινήτων και εξασφαλίσεων κατέρρευσε μετά την κρίση αλλά και αντίστοιχες πρακτικές δανειοδότησης εφαρμόζονταν ευρύτερα στο τραπεζικό σύστημα. Αρα, κατά την υπεράσπιση, δεν μπορεί να κρίνεται μια τραπεζική απόφαση μόνο από το τελικό αποτέλεσμα που προέκυψε χρόνια αργότερα.
Στην πρωτόδικη απόφαση κρίθηκαν ένοχοι 27 από τους 87 κατηγορούμενους, στους οποίους επιβλήθηκαν ποινές κάθειρξης 5 έως 6 ετών και ποινές φυλάκισης από 3 έως 5 έτη κατά περίπτωση.