Δημήτρης Μανιάτης: «Η Καγκέλω»

Γράφει η Μίνα Πετροπούλου

“Καγκέλω”: Το σώμα, η πόλη και η μικρή φόρμα ως αρχείο της συλλογικής μνήμης

Μια κοινωνιολογική και ανθρωπολογική ανάγνωση του έργου του Δημήτρη Μανιάτη

  • Γράφει η Μίνα Πετροπούλου

Το “Καγκέλω” του Δημήτρη Μανιάτη δεν είναι απλώς μια συλλογή μικροδιηγημάτων· είναι ένα κοινωνιολογικό τοπίο σε κατάσταση μετάλλαξης. Μέσα στη συμπύκνωση της μικρής φόρμας, ο συγγραφέας αναπλάθει τη βουή μιας πόλης που αλλάζει διαρκώς: την Αθήνα της Μεταπολίτευσης, της κρίσης, της επιβίωσης. Ο Μανιάτης χαρτογραφεί τις λεπτομέρειες του καθημερινού βίου, εκεί όπου το ιδιωτικό και το συλλογικό παύουν να είναι διακριτά. Λειτουργεί σαν εθνογράφος του καθημερινού, χαρτογραφώντας το άδηλο, τις μικρές κινήσεις και σιωπές όπου το ιδιωτικό και το συλλογικό πάλλονται στο ίδιο σώμα.

“…Δεν μιλήσαμε. Ένιωσα το κεφάλι μου να μουδιάζει, σφίχτηκαν τα μηνίγγια μου. Πόσα χρόνια! Πώς συνέβη αυτό. Ένας σάρκινος ανεξόφλητος λογαριασμός ακίνητος με κοίταγε στα μάτια. Μου πέρασε το χέρι της κάτω από τη μασχάλη μου και το κλείδωσε ελαφρά. Αρχίσαμε να περπατάμε προς την Δώρου αμίλητοι. Γρήγορο βήμα, σχεδόν συγχρονισμένο. Δύο νέοι γέροι. Δύο γέροι νέοι…” (σ. 16)

Το “Καγκέλω” λειτουργεί ως αντικειμενοποίηση της συνείδησης. Είναι γλώσσα και ταυτόχρονα βλέμμα. Είναι η γλώσσα του δρόμου, το βλέμμα πίσω από τα κάγκελα της πολυκατοικίας, η ασφυξία μιας γενιάς που έμαθε να κατοικεί ανάμεσα σε διαμερίσματα και προλήψεις. Σ’ αυτό το βιβλίο η ζωή του δρόμου και η μοναξιά του δωματίου αγγίζονται. Οι ήρωες του Μανιάτη κατοικούν στον ενδιάμεσο χώρο — ανάμεσα στο ανεκπλήρωτο και στο επιμένον. Δεν περιγράφονται· τεκμηριώνονται. Τα σώματά τους φέρουν τα ίχνη του κοινωνικού τους ρόλου, της ταξικής τους προέλευσης, της φθοράς και του πόθου τους. Μέσα από αυτά, η πόλη μιλά· το σώμα μετατρέπεται σε κοινωνικό πεδίο όπου διασταυρώνονται η οικονομία, το φύλο, η απώλεια, η επιθυμία.

Η μικρή φόρμα, έτσι όπως την ασκεί ο Μανιάτης, δεν είναι περιορισμός αλλά τελετουργία/ μηχανισμός αποκάλυψης. Είναι μια στιγμή έντασης , μια φωτογραφία από το υπόγειο της συλλογικής εμπειρίας. Σ’ αυτές τις λίγες προτάσεις, το καθημερινό μετατρέπεται σε μύθο, και το ασήμαντο αποκτά μετα-πραγματική διάσταση: το ίδιο το “τίποτα” της ζωής στις αστικές γειτονιές γίνεται τόπος νοήματος. Κάθε μικροδιήγημα λειτουργεί σαν φλας που αποτυπώνει τη στιγμή πριν από τη λήθη: ένα στιγμιότυπο που διασώζει τον ρυθμό της ζωής σε κρίση. Το ασήμαντο αναδύεται ως ουσιώδες· η φθορά αποκτά τη δική της ηθική υπόσταση. Σ’ αυτό το επίπεδο, ο Μανιάτης γράφει ένα ανθρωπολογικό αρχείο της μεταπολιτευτικής αστικότητας, όπου το χιούμορ, η πίκρα και η αγριότητα δεν χωρίζονται, αλλά συνυπάρχουν σαν γλωσσικά στρώματα της ίδιας εμπειρίας.

Από κοινωνιολογική σκοπιά, το “Καγκέλω” αποτυπώνει το πέρασμα από τη λαϊκή αφήγηση στη μετα-λαϊκή επιβίωση. Ο Μανιάτης δημιουργεί ένα ανθρωπολογικό αρχείο των “χαμηλών” τόπων, μια νέα λαϊκότητα που δεν εξιδανικεύει, αλλά παρατηρεί με σκληρότητα και στοργή. Οι ήρωές του δεν είναι σύμβολα, είναι φορείς βιώματος: μορφές που ζουν στο μεσοδιάστημα μεταξύ κοινωνικής αορατότητας και υπαρξιακής έκρηξης. Εκεί ακριβώς, στην «άκρη του καγκελώματος», η γλώσσα μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης. Οι φωνές του είναι εκείνες των “χαμηλών” τόπων: ανθρώπων που ζουν χωρίς να καταγράφονται, που επιμένουν να ονειρεύονται παρ’ όλα τα χαλάσματα της καθημερινότητας. Η γλώσσα τους είναι μια μορφή άρνησης του τέλους ή της απαξίας· ένα θραύσμα αυθεντικότητας σε έναν κόσμο που μιλά όλο και πιο τεχνητά. Στο σύμπαν του Μανιάτη, το να μιλάς, να βρίζεις, να σιωπάς, να θυμάσαι , όλα είναι μορφές ύπαρξης και ζωής.

Η Αθήνα, σε αυτό το έργο, δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά κοινωνικό σώμα. Ιδρώνει, σαπίζει, μα εξακολουθεί να παράγει μνήμη. Ο Μανιάτης, σαν ανθρωπολόγος της λογοτεχνίας, συλλέγει τους ήχους της αποσιώπησης και τους μετατρέπει σε αφήγηση. Έτσι, το “Καγκέλω” λειτουργεί ως παλίμψηστο της μεταπολιτευτική συλλογικής μας εμπειρίας: μια τοπογραφία του λαϊκού τραύματος, του χιούμορ που θεραπεύει, και της ήττας που μαθαίνει να επιβιώνει και όλα συνυπάρχουν με μια άγρια τρυφερότητα.

“Στου Κώττα”

“Στου Κώττα” είναι ακριβώς εκείνο το διήγημα που “αιμορραγεί πόλη”: ένας μικρόκοσμος όπου η καθημερινότητα μετατρέπεται σε κοινωνικό σχόλιο και η γλώσσα αποτυπώνει τον ρυθμό της λαϊκής ψυχής. Αν στη συλλογή “Καγκέλω” η Αθήνα είναι ο μεγάλος αστικός οργανισμός, τότε το μαγαζί του Κώττα είναι το κύτταρο αυτής της οργανικότητας – η καρδιά που ακόμα χτυπά στους μικρούς, λαϊκούς τόπους

“Ένα καθρεφτάκι με κόκκινη κορνίζα. Στερεωμένο στον τοίχο του καμπινέ. Ο νεροχύτης με την σιδερένια βρύση παλιός και ένα μπουκάλι από οινόπνευμα που μέσα είχε ανακατεμένο νερό και σαπούνι τοποθετημένο δεξιά πίσω από τη βρύση. Στο τέταρτο κονιάκ με πάγο ένιωσα μια σουβλιά αριστερά του μετώπου μέχρι μέσα. Πήγα στο μπάνιο την ώρα που δυο κωλαράκηδες ναύτες χόρευαν ένα πολύ γρήγορο χασαποσέρβικο…” (σ.29)

Αν η Αθήνα στο “Καγκέλω” μοιάζει με σώμα που πάλλεται μέσα σε κάγκελα, τότε το μικρό μαγαζί “Στου Κώττα” – εκείνο το λαϊκό, ελάχιστο στέκι της Πάτρας – είναι το αυτί της πόλης που ακόμη ακούει. Ο Μανιάτης, όπως σημειώνει ο Μπούρας, δεν ενδιαφέρεται για τη ρομαντικοποίηση του λαϊκού, αλλά για τη μνήμη της επαφής· εκεί όπου το ποτήρι, ο πάγκος, το κουβεντολόι αποκτούν ανθρωπολογική βαρύτητα.

Το μαγαζί λειτουργεί ως μικρογραφία της κοινωνίας: ένας χώρος που συντηρεί τη ζεστασιά του συλλογικού βίου, αλλά ταυτόχρονα μαρτυρά τη φθορά του. Κάθε πελάτης, κάθε λέξη, κάθε ραγισμένο ποτήρι φέρει το ίχνος μιας εποχής που φεύγει. Ο αφηγητής δεν περιγράφει· αφουγκράζεται κάθε λεπτομέρεια. Και μέσα από τη λεπτομέρεια, ο Μανιάτης κατορθώνει το ακατόρθωτο: να κάνει την πόλη να μιλήσει ξανά, μέσα από τον απόηχο ενός λαϊκού μαγαζιού που αντιστέκεται στη σιωπή της νεωτερικότητας.

Το “Στου Κώττα” είναι μια υπενθύμιση πως το συλλογικό μας παρελθόν δεν κατοικεί μόνο στις πλατείες ή στα μεγάλα γεγονότα, αλλά στα μικρά τραπέζια, στα βλέμματα, στις κουβέντες που επιμένουν. Είναι το σημείο όπου η κοινωνιολογία συναντά τη συγκίνηση, όπου η μνήμη και η γεύση της ζωής γίνονται ένα. Ίσως γι’ αυτό, διαβάζοντας το διήγημα, νιώθουμε εκείνη την αίσθηση ,“σαν να διαβάζουμε την ίδια την πόλη να μιλά.”

Αθήνα-Τήνος-Μύκονος-Πάτρα

Σε τέσσερεις τόπους, δύο μεγάλες πόλεις και δύο ιδιαίτερα νησιά εκτυλίσσονται οι ιστορίες. Σε Αθήνα και Πάτρα, σε Τήνο και Μύκονο. Η δύναμη του “Καγκέλω” δεν βρίσκεται στην πλοκή, αλλά στη σχέση που αναπτύσσει με τη μνήμη. Κάθε μικροδιήγημα, χωρίς να σχηματοποιεί τους ανθρώπους, είναι μια μικρή ρωγμή στο κοινωνικό τοπίο, ένα κάλεσμα να κοιτάξουμε ξανά τα ερείπια που μας έφτιαξαν. Αν καταδυθούμε στο βάθος της συλλογικής μνήμης, το “Καγκέλω” δεν είναι πια απλώς βιβλίο, αλλά κοινωνικό συμβάν.

“Ήταν βέβαιο πως ο σαραντάρης με το λεπτό μουστάκι και τα κατακόκκινα μάτια δεν έστεκε καλά. Η κυρία Θεώνη, ντόπια και συνταξιούχος, είχε πεταχτεί στο μπακάλικο για μακαρόνια νούμερο 6, και βγήκε λίγο έξω από την είσοδο του χωριού για να βολτάρει. Εκεί τον πέτυχε. Ξεκούμπωτο πουκάμισο λιλά, παντελόνι στενό, κράταγε ένα σακάκι. Καραβοτσακισμένος. Ταλαιπωρημένος. Μύριζε μπουκαπόρτα πλοίου. Πετρέλαιο. Τα μαλλιά ανάκατα από τον αέρα. Στην Τήνο είσαι, τι ήθελες; Στα νησιά έχει αέρα. Στις πόλεις ακινησία. Και έρχονται οι άνθρωποι της πόλης και έχουν την ψευδαίσθηση πως κινούνται. Και κάνουν πως χορεύουν και εμείς κάνουμε πως τους συμπονούμε στα πανηγυράκια του καλοκαιριού. Μα αυτός δεν είναι περιηγητής, τουρίστας, επισκέπτης. Είναι πονεμένος…”(σ.40)

Τελικά, πρόκειται για μια μετα-λαϊκή τοπογραφία της μνήμης· μια προσπάθεια να ανασυσταθεί το λαϊκό υποκείμενο μέσα σε μια εποχή που το έχει απορροφήσει η αγορά, η μελαγχολία και ο ψηφιακός κατακερματισμός. Ο Μανιάτης γράφει από τα ενδότερα του κοινωνικού θορύβου, επιχειρώντας κάτι ριζικά σπάνιο: να ξαναδώσει στην καθημερινότητα τη βαρύτητα του μυθικού, να ξαναδώσει στην εμπειρία του περιθωρίου τη δύναμη του μύθου. Όχι για να την εξαγνίσει, αλλά για να την αποκαταστήσει ως πεδίο νοήματος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η μικρή φόρμα λειτουργεί ως τεχνολογία μνήμης και ανάσυρσης, ένα εργαλείο με το οποίο η γλώσσα ανασύρει τα απομεινάρια της συλλογικής εμπειρίας πριν αυτά χαθούν οριστικά.

Η ανθρωπολογία του Μανιάτη δεν είναι ακαδημαϊκή· είναι υπαρξιακή. Μας θυμίζει πως η λογοτεχνία, όταν μιλά για το περιθώριο, δεν το κάνει για να το εξωτικοποιήσει, αλλά για να ξαναβρεί τη θέση του μέσα στον κοινωνικό ιστό. Μέσα από τη σιωπή, το γέλιο, την ήττα και τη βρισιά των ηρώων του, ο Μανιάτης καταγράφει μια μεταπολιτευτική τελετουργία εξομολόγησης — μια πράξη συλλογικής επιβίωσης. Το “Καγκέλω” δεν διαβάζεται απλώς· συμβαίνει. Είναι ένα κοινωνικό ντοκουμέντο σε μορφή αναπνοής, ένα βιβλίο που μας δείχνει πως, ακόμα κι όταν όλα φαίνονται πως χάνονται και υποχωρούν, υπάρχει και άλλη άποψη και άλλη διάσταση..

Κάθε διήγημα του “Καγκέλω” είναι μια ρωγμή στο συλλογικό σώμα της πόλης· μια πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη. Ο Μανιάτης δεν υμνεί τους “μικρούς” ανθρώπους· τους αφήνει να υπάρξουν χωρίς μεσολάβηση. Και μέσα από αυτή τη γυμνή ύπαρξη, το βιβλίο αποκτά την πιο πολιτική του διάσταση: δείχνει ότι, όσο υπάρχουν σώματα που θυμούνται, η πόλη , και μαζί της η κοινωνία,  συνεχίζει να ανασαίνει. ‘Έτσι ακριβώς δούλεψε ο Δ. Μανιάτης με την ανάσα του μέσα στο ίδιο το κείμενο: με μελάνι και ψυχή.

  • ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΙΝΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Μίνα Π. Πετροπούλου, Διευθύντρια Ύλης του  Culturebook, είναι φιλόλογος, Dr Κοινωνιολογίας και κριτικός λογοτεχνίας. Κριτικές της καθώς και χρονογραφήματα  και δοκίμια της δημοσιεύονται στον έντυπο αθηναϊκό και τοπικό τύπο, σε ηλεκτρονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.

Είναι  μέλος του Εργαστηρίου Κοινωνικών και Πολιτικών Θεσμών του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παν/μιου Αιγαίου, μέλος της Επιτροπής Βραβείων Zan Moreas και μέλος της Επιτροπής του Patras World Poetry Festival (Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας).

MINA PETROPOULOU

Διαβάστε ακόμη

Ακολουθήστε μας

Γίνετε μέλος

Ειδήσεις και νέα από Πάτρα και όλη την Ελλάδα. Η άλλη ματια στην ενημέρωση.

Ακολουθήστε μας στα Social Media

Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 242001