Σε νέα μείωση των επιτοκίων της, για τέταρτη φορά από την αρχή του έτους, κατά 0,25% προχώρησε την Πέμπτη η Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Μετά τη μείωση, το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ (επιτόκιο καταθέσεων) διαμορφώνεται στο 3% από 4% που ήταν στις αρχές του 2024.
Η απόφαση που ελήφθη κατά τη χθεσινή συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της κεντρικής τράπεζας, ήταν αναμενόμενη καθώς είχε προαναγγελθεί από πολλούς Κεντρικούς Τραπεζίτες μετά τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης.
Για τον πληθωρισμό προβλέπεται πλέον ότι κατά μέσο όρο θα διαμορφωθεί σε 2,4% το 2024, 2,1% το 2025, 1,9% το 2026 και 2,1% το 2027.
Η μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ «μεταφράζεται» σε καλά νέα για τους δανειολήπτες σε εγχώριο επίπεδο, οι οποίοι θα δουν τις μηνιαίες δόσεις των νέων δανείων να μειώνονται σταδιακά, ενώ παράλληλα εκτιμάται ότι θα φέρει και θετικές επιπτώσεις ευρύτερα στην ελληνική οικονομία.
Μεγάλοι κερδισμένοι της μείωσης αναμένεται να είναι οι νέοι δανειολήπτες που έλαβαν δάνειο μετά την 1η Ιανουαρίου 2023, ενώ μεγάλες μειώσεις θα δουν στις δόσεις τους και όσοι έχουν δάνεια με υψηλότερα επιτόκια.
Για τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου αξίζει να σημειωθεί πως βασίζονται στο euribor, το οποίο ενσωματώνει άμεσα την πορεία των διατραπεζικών επιτοκίων, ενώ όσοι έχουν σταθερά επιτόκια θα δουν αλλαγές ανάλογα με τις ρήτρες των συμβάσεών τους.
«Χαμένοι» θα είναι οι καταθέτες, καθώς οι χαμηλότερες αποδόσεις στα επιτόκια μειώνουν τα έσοδα από τις καταθέσεις. Και βέβαια να μην ξεχνάμε σε όλα αυτά και τις χρεώσεις των τραπεζών προς τους καταθέτες που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα υψηλές, την ώρα που στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τέτοιες χρεώσεις δεν υπάρχουν.
Υπενθυμίζεται πως στις ελληνικές τράπεζες, οι συνεπείς δανειολήπτες στεγαστικών δανείων βρίσκονται σε καθεστώς «παγωμένου» επιτοκίου έως το Μάιο του 2025, για την προστασία τους από το ρίσκο ακραίων διακυμάνσεων.
Πέρα όμως από τη μείωση, στην παρούσα φάση, ζητούμενο παραμένει η πρόσβαση στη χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος. Οι δυσκολίες παραμένουν για τις μικρές επιχειρήσεις με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα στην παρούσα φάση και θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να ξεπεραστεί.