ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΑΠΕΙΝΟΥ*
Κάθε φορά που ένα τραγικό περιστατικό εμπλέκει έναν αστυνομικό, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται, εύλογα, στα γεγονότα. Αναζητούμε απαντήσεις και εξηγήσεις. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη και πώς φτάσαμε ως εκεί. Πολύ σπανιότερα όμως στεκόμαστε σε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιος φροντίζει αυτούς που καλούνται καθημερινά να προστατεύσουν τους υπόλοιπους από εμάς;
Η πρόσφατη τραγωδία στη Δράμα έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την ψυχική υγεία των ανθρώπων που υπηρετούν στα Σώματα Ασφαλείας. Δεν είναι ούτε η στιγμή ούτε ο τόπος για εύκολα συμπεράσματα σχετικά με μια συγκεκριμένη υπόθεση που ερευνάται από τις αρμόδιες αρχές. Είναι όμως μια αφορμή να συζητήσουμε κάτι που συνήθως μένει στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης.
Ο αστυνομικός δεν εργάζεται σε ένα συνηθισμένο επαγγελματικό περιβάλλον. Στην καθημερινότητά του καλείται να διαχειριστεί περιστατικά βίας, σοβαρά τροχαία δυστυχήματα, αυτοκτονίες, οικογενειακές τραγωδίες, κακοποίηση ανηλίκων, περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και κάθε μορφή ανθρώπινου πόνου. Συχνά είναι ο πρώτος που φτάνει σε ένα δύσκολο συμβάν και ο τελευταίος που αποχωρεί από αυτό.
Όσοι έχουμε υπηρετήσει για χρόνια στην πρώτη γραμμή γνωρίζουμε ότι πίσω από κάθε περιστατικό υπάρχει ένα ψυχολογικό αποτύπωμα. Δεν καταγράφεται σε καμία αναφορά υπηρεσίας, δεν αποτυπώνεται σε κανένα στατιστικό στοιχείο και δεν εμφανίζεται σε κανέναν πίνακα αξιολόγησης. Υπάρχει όμως και ακολουθεί τον άνθρωπο που καλείται την επόμενη ημέρα να συνεχίσει να εκτελεί το καθήκον του με την ίδια ψυχραιμία, την ίδια υπευθυνότητα και την ίδια επαγγελματική επάρκεια.
Η κοινωνία δικαιολογημένα απαιτεί από τον αστυνομικό αυτοκυριαρχία, νηφαλιότητα, σωστή κρίση και υπεύθυνη χρήση της εξουσίας που του έχει αναθέσει η Πολιτεία. Πρόκειται για μια απαίτηση απολύτως θεμιτή. Όμως δεν αρκεί να ζητάμε από έναν άνθρωπο να ανταποκρίνεται σε τόσο υψηλές απαιτήσεις. Οφείλουμε και να του παρέχουμε τα μέσα ώστε να μπορεί να το κάνει.
Η αλήθεια είναι ότι για πολλά χρόνια η συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία παρέμενε σχεδόν ταμπού. Αυτό ίσχυε ακόμη περισσότερο σε επαγγέλματα που συνδέονται με την έννοια της δύναμης, της αντοχής και της διαρκούς ετοιμότητας. Πολλοί άνθρωποι δίσταζαν να ζητήσουν βοήθεια, φοβούμενοι ότι θα θεωρηθούν αδύναμοι ή ανεπαρκείς. Όμως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στην άρνηση του προβλήματος. Βρίσκεται στην αναγνώρισή του και στην έγκαιρη αντιμετώπισή του.
Σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες κερδίζει συνεχώς έδαφος η αντίληψη ότι η ψυχική υγεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής υγείας του ανθρώπου. Δεν αφορά μόνο την προσωπική του ζωή. Αφορά την καθημερινότητά του, τις σχέσεις του, την εργασία του και τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται στις ευθύνες που αναλαμβάνει.
Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει διαδικασίες αξιολόγησης της καταλληλότητας όσων φέρουν υπηρεσιακό οπλισμό. Πρόκειται για μια αναγκαία θεσμική πρόβλεψη. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση δεν βρίσκεται μόνο στην αξιολόγηση. Βρίσκεται στη διαρκή φροντίδα και υποστήριξη του ανθρώπου που καλείται καθημερινά να διαχειριστεί καταστάσεις έντασης, βίας και ανθρώπινου πόνου.
Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει δομές ψυχολογικής υποστήριξης και διαδικασίες αξιολόγησης του προσωπικού της. Τα επαναλαμβανόμενα όμως περιστατικά των τελευταίων ετών δείχνουν ότι η ύπαρξη μηχανισμών από μόνη της δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι η συνεχής ενίσχυση, η επικαιροποίηση και η προσαρμογή τους στις σύγχρονες ανάγκες και στις αυξημένες απαιτήσεις του αστυνομικού λειτουργήματος.
Η ίδια η Ελληνική Αστυνομία έχει αναγνωρίσει τα τελευταία χρόνια την ανάγκη ανάπτυξης νέων εργαλείων ανίχνευσης ψυχολογικής ευαλωτότητας και ενίσχυσης των μηχανισμών πρόληψης, γεγονός που αποδεικνύει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και απαιτεί συνεχή βελτίωση.
Δεν αρκεί να ελέγχεις αν ένας άνθρωπος είναι κατάλληλος να φέρει όπλο. Οφείλεις και να τον στηρίζεις ώστε να παραμένει κατάλληλος. Η πρόληψη δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί το πρόβλημα. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, μέσα από δομές υποστήριξης, συμβουλευτικής, έγκαιρης παρέμβασης και καλλιέργειας μιας κουλτούρας εμπιστοσύνης που θα επιτρέπει σε κάποιον να ζητήσει βοήθεια χωρίς φόβο και χωρίς στιγματισμό.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο τους αστυνομικούς. Αφορά όλους μας. Γιατί η ποιότητα της δημόσιας ασφάλειας εξαρτάται και από την κατάσταση των ανθρώπων που καλούνται να την υπηρετήσουν. Όταν ένας αστυνομικός αισθάνεται ότι η Πολιτεία τον στηρίζει, όταν έχει πρόσβαση σε δομές βοήθειας και όταν γνωρίζει ότι μπορεί να ζητήσει υποστήριξη χωρίς να στιγματιστεί, τότε ενισχύεται όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει στους πολίτες.
Αντίθετα, όταν η συζήτηση ανοίγει μόνο μετά από μια τραγωδία, όταν περιορίζεται στην αναζήτηση ευθυνών και όταν ξεχνιέται λίγες ημέρες αργότερα, χάνεται μια σημαντική ευκαιρία να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες αιτίες. Η πρόληψη είναι πάντοτε λιγότερο θεαματική από τη διαχείριση μιας κρίσης. Είναι όμως πολύ πιο αποτελεσματική.
Οι σύγχρονες κοινωνίες επενδύουν ολοένα και περισσότερο στην ψυχική ανθεκτικότητα των ανθρώπων που υπηρετούν σε επαγγέλματα υψηλής πίεσης. Αναγνωρίζουν ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι έμφυτο χαρακτηριστικό που παραμένει αναλλοίωτο στον χρόνο. Είναι μια κατάσταση που χρειάζεται συνεχή φροντίδα, υποστήριξη και ενίσχυση. Η Ελλάδα οφείλει να ακολουθήσει αυτή τη λογική με συνέπεια και σχέδιο.
Το ζητούμενο δεν είναι να αμφισβητήσουμε όσους υπηρετούν με ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Το αντίθετο. Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε ότι πίσω από τη στολή υπάρχει ένας άνθρωπος με αντοχές αλλά και όρια, με ευθύνες αλλά και ανάγκες. Ένας άνθρωπος που δεν παύει να επηρεάζεται από όσα βλέπει και βιώνει καθημερινά. Ιδιαίτερα όταν πολλοί από αυτούς υπηρετούν σε απαιτητικές, απομακρυσμένες ή υποστελεχωμένες υπηρεσίες, συχνά μακριά από το οικογενειακό τους περιβάλλον και από δομές υποστήριξης.
Ίσως, τελικά, η πιο ώριμη κοινωνία δεν είναι εκείνη που απαιτεί μόνο από τους ανθρώπους της να αντέχουν τα πάντα. Είναι εκείνη που φροντίζει να μη χρειάζεται να τα αντέχουν μόνοι τους.
Και ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε δεν είναι τι συμβαίνει μετά από κάθε τραγωδία. Είναι τι κάνουμε πριν από αυτήν.
Γιατί η ψυχική υγεία των ανθρώπων που υπηρετούν στην Ελληνική Αστυνομία δεν αφορά μόνο την υπηρεσία τους. Συνδέεται άμεσα με τη δημόσια ασφάλεια, την ποιότητα των θεσμών και τελικά με τον σεβασμό που δείχνει μια κοινωνία απέναντι σε εκείνους που καλεί καθημερινά να την προστατεύσουν.
*Ο Γιάννης Ταπεινός είναι Αναπληρωτής Γραμματέας Τομέα Προστασίας του Πολίτη
ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής