Η υπόθεση της παραίτησης του κ. Οδυσσέα-Ιωάννη Ζώρα από την πρυτανεία του Keele Greece έχει ασφαλώς θεσμική διάσταση, αλλά έχει και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πολιτική διάσταση.
Ο κ. Ζώρας δεν είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής του πλαισίου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Υπήρξε γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας και, επομένως, άνθρωπος που είχε συμμετοχή στη διαμόρφωση της πολιτικής και του θεσμικού πλαισίου πάνω στο οποίο επιχειρήθηκε η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση.
Στη συνέχεια, η επιλογή του να αναλάβει την πρυτανεία του Keele Greece, όντας προηγουμένως Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, αντιμετωπίστηκε από την κυβέρνηση ως μια σημαντική εξέλιξη και στηρίχθηκε πολιτικά. Τότε, μάλιστα, δεν έλειψαν οι επικριτικές φωνές που συνέδεσαν την επιλογή αυτή με την προηγούμενη κυβερνητική του θητεία, φτάνοντας να κάνουν λόγο ακόμη και για «εξαγορά προηγούμενων υπηρεσιών». Πρόκειται ασφαλώς για πολιτική κριτική που ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει, αλλά αποτελεί μέρος του δημόσιου διαλόγου γύρω από την υπόθεση.
Σήμερα, ο ίδιος άνθρωπος αποχωρεί καταγγέλλοντας το θεσμικό χάος και τα προβλήματα του κανονιστικού πλαισίου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική αντίφαση: όταν ένας άνθρωπος που είχε θεσμικό ρόλο ως Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας, στη διαμόρφωση μιας μεταρρύθμισης καταγγέλλει εκ των υστέρων το πλαίσιο που προέκυψε, το εύλογο ερώτημα είναι αν πρόκειται για μια ειλικρινή θεσμική διαφωνία που προέκυψε από την εφαρμογή του νόμου ή για μια πολιτική μετατόπιση που αποκτά πλέον διαφορετικό περιεχόμενο.
Το ενδιαφέρον γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες που τον θέλουν να εξετάζει το ενδεχόμενο πολιτικής καθόδου με τον Αντώνη Σαμαρά. Διότι τότε η διαδρομή αποκτά μια σχεδόν συμβολική μορφή:
Από άνθρωπος της κυβέρνησης και συνδιαμορφωτής της μεταρρύθμισης, σε επικεφαλής ενός ιδρύματος που δημιουργήθηκε μέσα από αυτή τη μεταρρύθμιση, στη συνέχεια σε καταγγέλλοντα του θεσμικού πλαισίου και, ενδεχομένως, αύριο σε πολιτικό πρόσωπο απέναντι στην κυβέρνηση που το δημιούργησε.
Η πολιτική δεν είναι βέβαια μαθηματική εξίσωση και οι άνθρωποι δικαιούνται να αλλάζουν απόψεις. Όμως, όταν οι αλλαγές αυτές συμπίπτουν με διαφορετικά στάδια μιας πολιτικής διαδρομής, η δημόσια συζήτηση δικαιούται να ζητά εξηγήσεις.
Γιατί τελικά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν το θεσμικό πλαίσιο έχει προβλήματα. Είναι και ποιος το διαμόρφωσε, ποιος το υπερασπίστηκε, ποιος το εφάρμοσε και, κυρίως, πότε και γιατί άλλαξε άποψη γι’ αυτό.