Από το Clawback στην Καινοτομία

 

 

Του Κωνσταντίνου Πουλά, 
Αναπληρωτή  Καθηγητή  Βιοχημείας
Τμήματος Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Πατρών

Η δημόσια συζήτηση για το φάρμακο στην Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένη εδώ και χρόνια σε μια στενή λογική δημοσιονομικής διαχείρισης. Clawback, rebates, κλειστοί προϋπολογισμοί και συγκρούσεις μεταξύ Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας μονοπωλούν την ατζέντα. Την ίδια στιγμή όμως, η παγκόσμια φαρμακευτική βιομηχανία περνά στη μεγαλύτερη τεχνολογική μετάβαση των τελευταίων δεκαετιών: τεχνητή νοημοσύνη, ιατρική ακριβείας, βιολογικά φάρμακα, κυτταρικές θεραπείες και αξιοποίηση πραγματικών κλινικών δεδομένων αλλάζουν ριζικά τον τρόπο ανάπτυξης νέων θεραπειών.

Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να ανταγωνιστεί τη Novartis, τη Roche ή τη Pfizer στην ανακάλυψη νέων μορίων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να αποκτήσει έναν διακριτό ρόλο στη νέα παγκόσμια αλυσίδα φαρμακευτικής καινοτομίας.

Η απάντηση είναι ναι, αλλά μόνο αν αλλάξει μοντέλο σκέψης.

Σήμερα, το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι μόνο η υποχρηματοδότηση, αλλά ο απομονωτισμός μεταξύ πανεπιστημίων, βιομηχανίας και κράτους. Παρά το σημαντικό επιστημονικό έργο των ελληνικών πανεπιστημίων, η γνώση σπάνια μετατρέπεται σε καινοτόμο προϊόν ή επενδυτική δραστηριότητα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως αγορά κατανάλωσης φαρμάκων και λιγότερο ως οικοσύστημα παραγωγής γνώσης.

Αυτό έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες. Η χώρα συνεχίζει να εξάγει υψηλής ποιότητας επιστημονικό προσωπικό προς διεθνή ερευνητικά κέντρα, ενώ αδυνατεί να προσελκύσει επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας στην έρευνα και ανάπτυξη. Το brain drain δεν είναι μόνο κοινωνικό πρόβλημα· είναι απώλεια αναπτυξιακού κεφαλαίου.

Κι όμως, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Πρώτον, διαθέτει σημαντικούς πληθυσμούς ασθενών με μεσογειακές και σπάνιες γενετικές παθήσεις, όπως η β-θαλασσαιμία. Αυτό δημιουργεί τη δυνατότητα μετατροπής της χώρας σε regional clinical trial hub για εξειδικευμένες θεραπείες και εφαρμογές ιατρικής ακριβείας. Η Ελλάδα θα μπορούσε έτσι να προσελκύσει επενδύσεις, εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και τεχνογνωσία.

Δεύτερον, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία διαθέτει ήδη αξιόλογη εμπειρία σε γενόσημα και φαρμακοτεχνικές μορφές μέσω εταιρειών με διεθνή παρουσία. Το επόμενο βήμα δεν είναι απαραίτητα η ανακάλυψη νέου φαρμάκου από μηδενική βάση, αλλά η ανάπτυξη βελτιωμένων φαρμακοτεχνικών μορφών, καινοτόμων συστημάτων χορήγησης και προϊόντων με κατοχυρωμένη πνευματική ιδιοκτησία.

Τρίτον, η χώρα διαθέτει ένα ισχυρό αλλά υποτιμημένο κεφάλαιο: το Greek Pharma Diaspora. Δεκάδες Έλληνες επιστήμονες εργάζονται σήμερα σε κορυφαία R&D κέντρα πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιρειών, από τη Βασιλεία και το Cambridge μέχρι τη Βοστώνη και το Σαν Φρανσίσκο. Αποτελούν τη φυσική γέφυρα μεταξύ ελληνικής ακαδημαϊκής γνώσης και διεθνών επενδυτικών αποφάσεων. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει ακόμη συστηματική χαρτογράφηση αυτού του δικτύου.

Η μεγαλύτερη ευκαιρία όμως βρίσκεται πιθανώς στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και των Real World Data.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει σήμερα τις υποδομές ή τα datasets για να ανταγωνιστεί τεχνολογικούς κολοσσούς όπως η DeepMind ή η Isomorphic Labs στην AI-driven ανακάλυψη νέων μορίων. Όμως μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη στην εξατομίκευση θεραπειών, στη βελτιστοποίηση κλινικών δοκιμών, στην ανάλυση πραγματικών δεδομένων ασθενών και στη φαρμακοεπαγρύπνηση.

Αυτή η μετάβαση έχει και βαθιά οικονομική σημασία. Το Real World Evidence μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο αξιολόγησης αποτελεσματικότητας θεραπειών και να βοηθήσει τη χώρα να περάσει από ένα μοντέλο «clawback-based healthcare» σε ένα μοντέλο «outcome-based healthcare». Δηλαδή, όχι απλώς έλεγχο κόστους, αλλά μέτρηση πραγματικού αποτελέσματος για τον ασθενή και το σύστημα υγείας.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της σύνδεσης πανεπιστημίων και αγοράς. Στην Ελλάδα, το χάσμα αυτό παραμένει μεγάλο. Η πιο ουσιαστική παρέμβαση που μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης είναι η δημιουργία Industrial PhDs, διδακτορικών που θα χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία και θα εκπονούνται στα Τμήματα Φαρμακευτικής της χώρας.

Το μέτρο αυτό αφορά τη δημιουργία μιας νέας γενιάς επιστημόνων που θα κατανοούν τόσο την ακαδημαϊκή γνώση όσο και τις ανάγκες της παραγωγής.

Υπάρχει επίσης ένας ακόμη τομέας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η φαρμακευτική κάνναβη και τα nutraceuticals. Η ελληνική βιοποικιλότητα, σε συνδυασμό με τις νέες προσεγγίσεις «network pharmacology», μπορεί να δημιουργήσει προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας με εξαγωγικό προσανατολισμό. Όμως η επιτυχία θα έρθει μόνο μέσω επιστημονικής τεκμηρίωσης, GMP standards, clinical validation και σοβαρής κανονιστικής συμμόρφωσης.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η φαρμακευτική καινοτομία δεν αποτελεί απλώς πολιτική υγείας. Είναι στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης. Ένα ισχυρό οικοσύστημα κλινικών μελετών, βιοϊατρικών δεδομένων και πανεπιστημιακής έρευνας δημιουργεί νέες επενδύσεις, υψηλής εξειδίκευσης θέσεις εργασίας και εξαγώγιμη τεχνογνωσία.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει Silicon Valley της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Χρειάζεται όμως να πάψει να λειτουργεί αποκλειστικά ως αγορά κατανάλωσης φαρμάκων και να μετατραπεί σε οικοσύστημα παραγωγής γνώσης, δεδομένων και κλινικής αξίας.

Η πρόκληση δεν είναι να μοιράσουμε μια ολοένα μικρότερη πίτα. Η πρόκληση είναι να τη μεγαλώσουμε. Και αυτό δεν θα γίνει μόνο με περισσότερα χρήματα. Θα γίνει με θεσμούς συνεργασίας, εμπιστοσύνη, ανθρώπους που συνδέουν την επιστήμη με την παραγωγή και με μια νέα εθνική στρατηγική που αντιμετωπίζει τη φαρμακευτική καινοτομία όχι ως κόστος, αλλά ως αναπτυξιακή επένδυση για τη χώρα.

Το άρθρο βασίζεται σε παρεμβάσεις του Καθ. Κωνσταντίνου Πουλά:

  • στο Σεμινάριο ΓΔΕ του Πανεπιστημίου Πατρών με θέμα «Καινοτομία και Φαρμακευτική Βιομηχανία»
  • και στη συζήτηση «Innovation Meets Industry» του ΣΦΕΕ (Μάιος 2026).

 

Ειδήσεις και νέα από Πάτρα και όλη την Ελλάδα. Η άλλη ματια στην ενημέρωση.

Ακολουθήστε μας στα Social Media

Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 242001