Η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πατρών διερεύνησε τον Ιούνιο του 2025 οργανωμένη δράση αρχαιοκαπηλία με διεθνείς διασυνδέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας. Τον Σεπτέμβριο η υπόθεση της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα έφερε το ζήτημα ξανά στο προσκήνιο, με έξι συλλήψεις, ανάμεσά τους ο ηγούμενος και ένας μοναχός.
Η επιχείρηση της Ελληνικής Αστυνομίας τον Ιούνιο του 2025, με 39 συλλήψεις και την κατάσχεση 1.800 αρχαίων αντικειμένων, ανέδειξε το εύρος της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων και τη δράση οργανωμένων κυκλωμάτων με διασυνδέσεις στο εξωτερικό. Την έρευνα διεξήγαγε η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πατρών και επεκτάθηκε σε πολλές περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων το Αγρίνιο, το Μεσολόγγι, η Βόνιτσα, η Αιγιάλεια και η Δυτική Αχαΐα. Κατασχέθηκαν επίσης 46 ανιχνευτές μετάλλων, ενώ οι Αρχές διερεύνησαν τη διαδρομή αντικειμένων που φέρονται να κατέληξαν σε οίκους δημοπρασιών στη Γερμανία και στις ΗΠΑ.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 η υπόθεση της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα επανέφερε το ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας στην Αχαΐα. Οι αστυνομικές και δικαστικές Αρχές διερεύνησαν καταγγελίες για ένα φερόμενο ως αρχαίο χάλκινο άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος, το οποίο, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, είχε θαφτεί σε χωράφι. Συνελήφθησαν έξι άτομα, μεταξύ των οποίων ο ηγούμενος και ένας μοναχός της μονής. Οι κατηγορίες και οι ισχυρισμοί δεν συνιστούν αποδεδειγμένη ενοχή, καθώς η δικαστική αξιολόγηση αποτελεί ξεχωριστό στάδιο.
Τα δύο περιστατικά δείχνουν την πίεση που δέχεται η πολιτιστική κληρονομιά από την παράνομη αναζήτηση, αφαίρεση και διακίνηση αρχαιοτήτων. Γεννούν επίσης ερωτήματα για το τι συμβαίνει σε απομονωμένες περιοχές, σε παλιά μοναστήρια, σε ξωκλήσια και σε σημεία με αρχαιολογικό ενδιαφέρον, όπου η πρόσβαση είναι δυσκολότερη και η επιτήρηση απαιτητική.
ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Η ΕΛ.ΑΣ. εντείνει τις έρευνες και τις επιχειρησιακές ενέργειες με αξιοποίηση πληροφοριών, συλλογή στοιχείων, ελέγχους και συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών. Στην επιχείρηση του 2025 συμμετείχαν αστυνομικές υπηρεσίες από διαφορετικές περιοχές και υπήρξε συνεργασία με αρμόδιες αρχές του εξωτερικού. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, οι ερευνητές διαπίστωσαν οργανωμένη δράση με ιεραρχική δομή και διεθνείς διασυνδέσεις και κατέγραψαν δεκάδες πράξεις σε βάρος της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η αστυνομική έρευνα ακολουθεί και τις διαδρομές των ευρημάτων, τα πρόσωπα που τα παραλαμβάνουν και τα δίκτυα μέσω των οποίων διοχετεύονται στην παράνομη αγορά. Οι κατηγορούμενοι της υπόθεσης του Ιουνίου φέρονται να χρησιμοποιούσαν ανιχνευτές και σκαπτικά εργαλεία για να εντοπίζουν και να αφαιρούν κυρίως μεταλλικά αντικείμενα, μεταξύ των οποίων αρχαία νομίσματα.
Οι έλεγχοι έχουν ιδιαίτερη σημασία σε περιοχές με διάσπαρτα αρχαιολογικά κατάλοιπα, παλιές θρησκευτικές εγκαταστάσεις και σημεία που συνδέονται με ιστορικά γεγονότα. Η χρήση ανιχνευτών μετάλλων χωρίς άδεια, οι παράνομες ανασκαφές και η αφαίρεση αρχαίων αντικειμένων μπορούν να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά. Ένα νόμισμα που αφαιρείται από το αρχαιολογικό του περιβάλλον στερεί από τους ειδικούς πολύτιμες πληροφορίες για την εποχή και τον χώρο όπου βρέθηκε, ακόμη κι αν μεμονωμένα φαίνεται ασήμαντο.
ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ
Στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας οι αναφορές για αναζητήσεις παλαιών αντικειμένων συνδέονται συχνά με ιστορίες για κρυμμένα νομίσματα και θησαυρούς σε δύσβατα σημεία. Περιοχές της Αχαΐας, της ορεινής ζώνης των Καλαβρύτων, του Ερυμάνθου και της Αιτωλοακαρνανίας εμφανίζονται σε σχετικές συζητήσεις και καταγγελίες. Οι αναφορές αυτές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους αρχαιοκαπηλία σε κάθε σημείο που κατονομάζεται. Δείχνουν πάντως ότι οι φήμες για κρυμμένα αντικείμενα μπορούν να οδηγήσουν σε παράνομες ανασκαφές. Ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες για κινήσεις τη νύχτα, με φακούς, σκαπτικά εργαλεία ή συσκευές ανίχνευσης μετάλλων, που είναι δυσκολότερο να ελεγχθούν.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και παλιά ξωκλήσια, εγκαταλελειμμένα κτίσματα και χώροι κοντά σε ιστορικά μνημεία. Η παλαιότητα ενός κτίσματος ή μια τοπική ιστορία για κρυμμένο θησαυρό δεν νομιμοποιεί καμία επέμβαση στο έδαφος. Ακόμη και χωρίς αντικείμενο αξίας, η ανεξέλεγκτη εκσκαφή μπορεί να καταστρέψει στρώματα με σημαντικά αρχαιολογικά στοιχεία. Η αφαίρεση αντικειμένων από θρησκευτικούς χώρους ή η φθορά παλιών εγκαταστάσεων πλήττει μνημεία που αποτελούν μέρος της τοπικής ιστορίας και της συλλογικής μνήμης.
Η προστασία των αρχαιοτήτων χρειάζεται σταθερή συνεργασία με τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, ενημέρωση των κατοίκων και άμεση αναφορά ύποπτης δραστηριότητας. Οι πολίτες που βλέπουν νυχτερινές εκσκαφές, ανιχνευτές μετάλλων σε αρχαιολογικούς χώρους ή φθορές σε μνημεία μπορούν να ενημερώνουν την Αστυνομία, χωρίς να προσεγγίζουν τους εμπλεκόμενους. Οι υποθέσεις του 2025 έδειξαν ότι η αρχαιοκαπηλία παίρνει διαφορετικές μορφές, από οργανωμένα δίκτυα με διεθνείς διασυνδέσεις έως υποθέσεις που ξεκινούν από πληροφορία για ένα αντικείμενο. Το στοίχημα για τη Δυτική Ελλάδα είναι να εντοπίζονται έγκαιρα οι παράνομες δραστηριότητες, ώστε να μη χαθούν στοιχεία που δεν ανακτώνται.
Τι έδειξαν οι δύο υποθέσεις του 2025
Η επιχείρηση του Ιουνίου 2025 είχε 39 συλλήψεις, 1.800 αρχαία αντικείμενα και 46 ανιχνευτές μετάλλων που κατασχέθηκαν. Την έρευνα διεξήγαγε η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πατρών. Επεκτάθηκε στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι, στη Βόνιτσα, στην Αιγιάλεια και στη Δυτική Αχαΐα. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, οι ερευνητές διαπίστωσαν οργανωμένη δράση με ιεραρχική δομή και διεθνείς διασυνδέσεις.
Ευρήματα φέρονται να κατέληξαν σε οίκους δημοπρασιών στη Γερμανία και στις ΗΠΑ. Τον Σεπτέμβριο του 2025 η υπόθεση της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα αφορούσε ένα φερόμενο ως αρχαίο χάλκινο άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος, σύμφωνα με δημοσιεύματα. Συνελήφθησαν συνολικά έξι άτομα, μεταξύ των οποίων ο ηγούμενος και ένας μοναχός. Οι έρευνες επικεντρώθηκαν στο αν το αντικείμενο υπάρχει και πού βρίσκεται. Οι κατηγορίες και οι ισχυρισμοί δεν συνιστούν αποδεδειγμένη ενοχή. Οι κατηγορούμενοι της πρώτης υπόθεσης φέρονται να χρησιμοποιούσαν ανιχνευτές και σκαπτικά εργαλεία για να αφαιρούν κυρίως μεταλλικά αντικείμενα, μεταξύ των οποίων αρχαία νομίσματα.
Η έρευνα κατέγραψε και ευρήματα που είχαν μεταφερθεί στο εξωτερικό. Στην επιχείρηση συμμετείχαν αστυνομικές υπηρεσίες από διαφορετικές περιοχές και υπήρξε συνεργασία με αρχές του εξωτερικού. Σε σχετικές συζητήσεις και καταγγελίες αναφέρονται περιοχές της Αχαΐας, των Καλαβρύτων, του Ερυμάνθου και της Αιτωλοακαρνανίας, χωρίς αυτό να αποδεικνύει αρχαιοκαπηλία σε κάθε σημείο.