Του Γιώργου Ηλιόπουλου
Τον χειμώνα και το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται η κάλυψη των αναγκών θέρμανσης φοβούνται ήδη οι διαχειριστές πολυκατοικιών και οι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, καθώς οι τιμές των καυσίμων έχουν πάρει την ανιούσα και δημιουργούν νέα δεδομένα για τα νοικοκυριά. Η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης κινείται πλέον σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ η έναρξη της διαδικασίας προμήθειας σε περίπου πέντε εβδομάδες αναμένεται να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ για τις πολυκατοικίες.
Ενδεικτικό είναι το κόστος για μια πολυκατοικία που καταναλώνει περίπου 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης τον μήνα. Με τιμή 1,90 ευρώ το λίτρο, θα χρειαστεί να καταβάλει περίπου 1.900 ευρώ, όταν πέρυσι, με τιμή 1,10 ευρώ, το αντίστοιχο κόστος έφθανε τα 1.100 ευρώ. Πρόκειται για διαφορά 800 ευρώ μέσα σε έναν μόλις μήνα, πριν ακόμη ξεκινήσει ουσιαστικά η διαδικασία προμήθειας για τη νέα περίοδο θέρμανσης.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση για μεγάλες πολυκατοικίες, οι οποίες μπορεί να χρειάζονται περίπου 2.000 λίτρα πετρελαίου κάθε μήνα. Πέρυσι, με τιμή 1,10 ευρώ, το κόστος έφθανε τα 2.200 ευρώ. Με τιμή 1,80 ευρώ το λίτρο, η ίδια ποσότητα θα κοστίζει 3.600 ευρώ, δημιουργώντας μια επιπλέον επιβάρυνση 1.400 ευρώ. Τα ποσά αυτά προκαλούν έντονο προβληματισμό στους ιδιοκτήτες, καθώς η οικονομική δυνατότητα πολλών νοικοκυριών δεν επιτρέπει εύκολα τέτοιες αυξήσεις στις δαπάνες θέρμανσης. Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι ποια θα είναι η τελική τιμή του πετρελαίου θέρμανσης όταν ανοίξει η αγορά και ξεκινήσουν οι μαζικές παραγγελίες. Μέχρι τότε, διαχειριστές, ιδιοκτήτες και νοικοκυριά βρίσκονται σε αναμονή, γνωρίζοντας ήδη ότι ο φετινός χειμώνας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα βαρύς για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Α. Παπαγιαννόπουλος: «Σπάνε κάθε φράγμα οι τιμές»

Μιλώντας στον «Σ.Ε.» και το symboulos.gr, ο πρόεδρος των Βενζινοπωλών Αχαΐας, Αλέξης Παπαγιαννόπουλος, περιγράφει μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση στην αγορά καυσίμων. Όπως αναφέρει:
«Κάθε ημέρα ανεβαίνουν τα καύσιμα τρία λεπτά. Η βενζίνη έχει φθάσει στα 2,15 ευρώ και ίδια τιμή έχει και το πετρέλαιο κίνησης. Το υγραέριο κίνησης πλησιάζει και αυτό το 1 ευρώ. Η κατάσταση είναι χειρότερη από την έναρξη του πολέμου και αυτό το έχει αντιληφθεί ο κόσμος».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η άνοδος των τιμών δεν αφορά μόνο τους οδηγούς, αλλά δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονομία. «Η άνοδος είναι επικίνδυνη γιατί συμπαρασύρει όλα τα είδη. Ο κόσμος ήδη από τώρα ρωτάει πόσο είναι το πετρέλαιο θέρμανσης. Το αισιόδοξο σενάριο είναι να ξεκινήσει στο 1,80 με 1,90 ευρώ το λίτρο, όταν πέρυσι ξεκίνησε στο 1,10. Μοναδική λύση είναι να παρέμβει το κράτος, καθώς οι πολίτες έντρομοι πληροφορούνται τις νέες τιμές και αγωνιούν», σημειώνει.
Η εικόνα αυτή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τη συμπεριφορά των καταναλωτών. «Δεν πρόκειται κανείς να βάλει πετρέλαιο. Ο κόσμος έχει αγανακτήσει και το εκφράζει ξεκάθαρα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Παπαγιαννόπουλος, αποτυπώνοντας τον προβληματισμό που επικρατεί ενόψει του χειμώνα.
Παράλληλα, αλλάζουν και οι συνήθειες των οδηγών. Οι μετακινήσεις περιορίζονται, ενώ πολλοί επιλέγουν να επισκέπτονται λιγότερο συχνά τα πρατήρια και να βάζουν μικρότερες ποσότητες καυσίμου. «Βάζουν 20 ευρώ, όμως αυτό μεταφράζεται στην πράξη σε μόλις 9 λίτρα που δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους», εξηγεί ο πρόεδρος των Βενζινοπωλών Αχαΐας.
Οι μετακινήσεις αναμένεται να περιοριστούν ακόμη περισσότερο, με αρκετές οικογένειες να χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο κυρίως για τις απολύτως απαραίτητες διαδρομές, όπως η μεταφορά των παιδιών στο σχολείο και τα φροντιστήρια.
Την ίδια ώρα, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα το ντίζελ κίνησης, τις μεταφορές και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Η αύξηση του μεταφορικού κόστους μετακυλίεται σταδιακά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
«Ο κόσμος επισκέπτεται τα πρατήρια, βλέπει τις τιμές και “αφηνιάζει”, λες και φταίμε εμείς για την ακρίβεια», παρατηρεί ο κ. Παπαγιαννόπουλος, περιγράφοντας το κλίμα που επικρατεί στην αγορά.
Προς νέο Fuel pass και επιδότηση

Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση έχει ήδη διαθέσει σημαντικά ποσά για τη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων. Η επέκταση της επιδότησης στο ντίζελ κίνησης για τον Σεπτέμβριο έχει δημοσιονομικό κόστος περίπου 30 εκατ. ευρώ. Η ενίσχυση ανέρχεται σε 10 λεπτά ανά λίτρο, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και εφαρμόζεται απευθείας στην αντλία.
Με την τελευταία παράταση, το συνολικό κόστος των παρεμβάσεων για τη συγκράτηση της τιμής του ντίζελ από τον Απρίλιο ανέρχεται πλέον περίπου στα 211 εκατ. ευρώ.
Το επόμενο κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η επιδότηση θα χρειαστεί να συνεχιστεί και τον Οκτώβριο. Η απόφαση αναμένεται να συνδεθεί άμεσα με την πορεία των διεθνών τιμών, καθώς και με το πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό μεταφέρεται η αύξηση στην ελληνική αγορά.
Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο αναπροσαρμογών στο επίδομα θέρμανσης, εφόσον οι υψηλές τιμές πετρελαίου διατηρηθούν. Το σημερινό πλαίσιο προβλέπει επίδομα από 100 έως 800 ευρώ, ενώ σε περιοχές με υψηλότερο κλιματικό συντελεστή το ποσό μπορεί να αυξηθεί κατά 25%, φτάνοντας έως τα 1.000 ευρώ, και σε ακόμη ψυχρότερες περιοχές μπορεί να ανέλθει έως τα 1.200 ευρώ.
Η αναθεώρηση θα μπορούσε να αφορά το ύψος της ενίσχυσης, τα εισοδηματικά κριτήρια ή τους κλιματικούς συντελεστές, με στόχο η στήριξη να κατευθυνθεί αποτελεσματικότερα στα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο κόστος θέρμανσης.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης το ενδεχόμενο μιας άμεσης επιδότησης στην αντλία για το πετρέλαιο θέρμανσης, εφόσον οι διεθνείς τιμές παραμείνουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Μια τέτοια παρέμβαση θα είχε άμεση επίδραση στην τελική τιμή που καταβάλλει ο καταναλωτής, όμως το δημοσιονομικό κόστος θα εξαρτηθεί από το ύψος της ενίσχυσης και κυρίως από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης.
Στις συζητήσεις μπορεί να βρεθεί και η συμμετοχή των διυλιστηρίων, τα οποία έχουν ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις στις τιμές του ντίζελ και της αμόλυβδης. Η αγορά αναμένει να φανεί εάν αντίστοιχες κινήσεις μπορούν να υπάρξουν και στο πετρέλαιο θέρμανσης, ώστε να περιοριστεί μέρος της επιβάρυνσης για τους καταναλωτές.
Οι επιπτώσεις της κατάστασης που διαμορφώνεται σε όλο το φάσμα της επιχειρηματικότητας

Την έντονη πίεση που ασκεί το ενεργειακό κόστος στην επιχειρηματικότητα περιγράφει ο οικονομικός επόπτης του Επιμελητηρίου Αχαΐας και CEO της Χελμός ΑΕ, Φοίβος Καρακίτσος, επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις στα καύσιμα περιορίζουν την κερδοφορία των επιχειρήσεων και δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στις τιμές.
Όπως αναφέρει, η εταιρεία είχε ήδη προχωρήσει από αρκετά χρόνια στην εγκατάσταση συστήματος net metering, καθώς είχε διαπιστώσει εγκαίρως ότι το ενεργειακό κόστος θα αποτελούσε σημαντικό πρόβλημα για τις επιχειρήσεις. «Έτσι το κόστος του ρεύματος είναι ελεγχόμενο. Το κόστος βέβαια των καυσίμων μας έχει τσακίσει και είναι αυτό που βυθίζει κερδοφορίες και αυξάνει τις τιμές», σημειώνει.
Ο ίδιος εξηγεί ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν σε όλες τις περιπτώσεις να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στα προϊόντα και στους πελάτες τους, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση να αποτυπώνεται τελικά στην κερδοφορία. «Δεν είναι δυνατόν να περαστεί στο προϊόν και τον πελάτη, με αποτέλεσμα οι κερδοφορίες στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις να είναι πιεσμένες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στα κίνητρα που είχαν δοθεί για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις επιχειρήσεις, ο κ. Καρακίτσος σημειώνει ότι, παρά την πρόσκληση που είχε προκηρυχθεί πριν από περίπου τρία χρόνια, η διαδικασία δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων. Όπως εξηγεί, θα απαιτούνταν περίπου δύο χρόνια μέχρι την έγκριση και την υλοποίηση μιας πρότασης.
Για τον λόγο αυτό, η εταιρεία επέλεξε να προχωρήσει με ίδια κεφάλαια στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών. «Ουσιαστικά θα χάναμε την απόσβεση της επένδυσης», εξηγεί.
Σε ό,τι αφορά την πορεία του ενεργειακού κόστους και το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις, ο κ. Καρακίτσος περιγράφει μια κατάσταση αβεβαιότητας. «Στον Έλληνα επιχειρηματία πρέπει να δώσουν ένα… μάρμαρο. Για κύπελλο δεν είμαστε», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα όσες επιχειρήσεις επιχειρούν να επενδύσουν.
«Δυστυχώς επιχειρούμε χωρίς να γνωρίζουμε πού πατάμε», σημειώνει, προσθέτοντας ότι πολλές επιχειρήσεις έχουν πλέον υιοθετήσει αμυντική στάση. «Οι περισσότερες επιχειρήσεις τώρα λειτουργούν αμυντικά και αυτό γιατί βρισκόμαστε στο άγνωστο. Κανείς δεν ξέρει τι έρχεται και είναι δύσκολα τα πράγματα», καταλήγει.
Γ. Σίδερης: «Μειώνεται δραστικά το εισόδημά μας»

Αλυσιδωτές επιπτώσεις στη λειτουργία των ταξί προκαλεί η αύξηση του κόστους των καυσίμων, καθώς, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Σωματείου Ιδιοκτητών Ταξί Πατρών και Περιχώρων Π.Ε. Αχαΐας, Γιώργος Σίδερης, η επιβάρυνση δεν περιορίζεται μόνο στην κατανάλωση.
«Ως κόστος, το καύσιμο επηρεάζει και τα υπόλοιπα. Τη συντήρηση αλλά και τα ανταλλακτικά», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος των μεταφορών.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, το μεταφορικό κόστος, το οποίο οι επαγγελματίες καλούνται να απορροφήσουν. «Το μεταφορικό κόστος για εμάς είναι τεράστιο και το αναλαμβάνουμε όλο εμείς. Εφόσον εργαζόμαστε με κρατικό τιμολόγιο, το επιβαρυνόμαστε εμείς και είναι μείωση από το καθαρό μας κέρδος», σημειώνει.
Ο κ. Σίδερης δίνει χαρακτηριστικά την εικόνα της επιβάρυνσης, εξηγώντας ότι μια μέση μηνιαία δαπάνη της τάξης των 300 ευρώ για καύσιμα μπορεί πλέον να αυξηθεί κατά περίπου 200 ευρώ, επιβαρύνοντας σημαντικά το λειτουργικό κόστος κάθε ταξί.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον, οι ιδιοκτήτες ταξί ζητούν αναπροσαρμογή του κομίστρου, ώστε να αντανακλά τις αυξημένες δαπάνες λειτουργίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Σωματείου, η κυβέρνηση δεν προχωρά στην αναπροσαρμογή, επικαλούμενη τον κίνδυνο να υπάρξει πρόσθετη επίδραση στον πληθωρισμό.
Θ. Γιανναδάκης: «Ίσως επιστρέψει η τηλεργασία»

Οι πιέσεις πάντως δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Τα αυξημένα μεταφορικά κόστη μπορούν να περάσουν σταδιακά στις τιμές των προϊόντων, ενώ το αυξημένο κόστος λειτουργίας επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης των αυξήσεων. Για τις επιχειρήσεις πάντως το μεταφορικό κόστος είναι ένας τεράστιος βραχνάς που τις επιβαρύνει.
Ο Θανάσης Γιανναδάκης, Δρ. Μηχανολόγος και Αεροναυπηγός Μηχανικός και Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ο οποίος είχε διδάξει το μάθημα «Θερμικές Εγκαταστάσεις» στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών, μιλώντας στον «Σ.Ε.» προειδοποιεί ότι η κατάσταση μπορεί να γίνει ιδιαίτερα δύσκολη.
«Θα ζήσουμε άσχημες καταστάσεις το επόμενο διάστημα και μιλάμε για μια τεράστια αύξηση τιμών από την αρχή του πολέμου. Οι τιμές έχουν φθάσει σε απίστευτα επίπεδα και, λόγω των αυξήσεων, βέβαια, οι εισπράξεις της κυβέρνησης από τον ΦΠΑ είναι υψηλές. Υπολογίζω γύρω στο μισό δισ. ευρώ λόγω φόρων», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κατά τον κ. Γιανναδάκη, σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της διεθνούς αγοράς είναι και η περιορισμένη παραγωγή από τη Σαουδική Αραβία, η οποία επηρεάζει τη διαθεσιμότητα πετρελαίου διεθνώς. Την ίδια ώρα, όπως σημειώνει, οι ΗΠΑ διαθέτουν δυνατότητες να αντιμετωπίσουν μέρος των πιέσεων αξιοποιώντας πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα.
Οι επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία, ωστόσο, δεν θα περιοριστούν στην τιμή των καυσίμων. «Για την ελληνική οικονομία μιλάμε για αυξήσεις που θα περάσουν στο ρεύμα. Θα πιεστούν όσοι κλάδοι κάνουν μεγάλη χρήση ενέργειας, όπως οι φούρνοι, για παράδειγμα. Το ίδιο θα γίνει και στις μεταφορές, που είναι ένας κλάδος που θα δεχτεί ασύλληπτες πιέσεις. Δεν θα με εκπλήξει το να δούμε να υιοθετούνται πολιτικές τηλεργασίας το επόμενο διάστημα, ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση», εξηγεί.
Όπως επισημαίνει, η Ελλάδα διαθέτει αποθέματα καυσίμων για περίπου 90 ημέρες, τα οποία όμως δεν μπορούν να αποτελέσουν λύση σε μια παρατεταμένη περίοδο αυξημένης ζήτησης, ενώ περιορισμένες είναι και οι διαθέσιμες πηγές προμήθειας.
Στο μεταξύ, αναμένεται να ενισχυθούν τα ενεργειακά προγράμματα στην αγορά, με στόχο τον περιορισμό του κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Μεταξύ των λύσεων που εξετάζονται είναι και η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων σε μπαλκόνια κατοικιών.
«Είναι συστήματα παραγωγής περίπου 1.200 κιλοβατώρες τον χρόνο και αντιστοιχούν σε εξοικονόμηση περίπου 20% της ενέργειας ενός σπιτιού. Το ζήτημα είναι πώς θα συμψηφίζεται το κόστος, αφού τα περισσότερα σπίτια είναι άδεια το πρωί και γεμίζουν από το μεσημέρι και μετά», αναφέρει ο κ. Γιανναδάκης.
Για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, ο ίδιος θεωρεί αναγκαία μια ευρωπαϊκή παρέμβαση, ώστε το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί συνολικά και όχι αποσπασματικά. «Σίγουρα χρειάζεται οικονομική ενίσχυση στα καύσιμα. Όμως, από τον ΦΠΑ μόνο των καυσίμων, το ίδιο το κράτος είναι που κερδίζει ασύλληπτα έσοδα», τονίζει.