Ο Νικόλαος Δελέγκος Αναπληρωτής Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, με αφορμή την αυτοκτονία των δύο κοριτσιών πριν τις πανελλήνιες, επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί η παρουσία ψυχολόγων στις σχολικές μονάδες, ωστόσο οι ανάγκες παραμένουν πολύ μεγαλύτερες από τις δυνατότητες του συστήματος.

Όπως αναφέρει, φέτος τοποθετήθηκαν ψυχολόγοι σε αρκετές σχολικές μονάδες, χωρίς όμως να είναι εφικτό να υπάρχει ένας ειδικός σε κάθε σχολείο.
«Υπάρχουν ψυχολόγοι ανά πέντε σχολικές μονάδες, μαζί με έναν κοινωνικό λειτουργό. Επισκέπτονται τα σχολεία μία φορά την εβδομάδα. Υπάρχει παιδαγωγική ομάδα που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκύπτουν», σημειώνει.
Σε πιο σοβαρά περιστατικά, όπως εξηγεί, ενεργοποιούνται και οι δομές του Κέντρoυ Διεπιστημονικής Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης ( ΚΕΔΑΣΥ). Τα ΚΕΔΑΣΥ είναι κέντρα διεπιστημονικής αξιολόγησης και συμβουλευτικής υποστήριξης. Η ανάγκη τους θεσμοθετήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας πρώτη φορά το 2000. Πρόκειται για μια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, στην οποία μπορούν να απευθυνθούν οι γονείς των παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες μάθησης ή προσαρμογής στο σχολείο.
«Σε περίπτωση ενός έκτακτου και σοβαρού γεγονότος, παρεμβαίνουν ψυχολόγοι από όλες τις διαθέσιμες δομές. Για παράδειγμα, στο πρόσφατο περιστατικό στην Αθήνα θα υπάρξει παρέμβαση από ειδικούς διαφορετικών υπηρεσιών. Υπάρχει μια υποδομή, όχι όμως στον βαθμό που θα θέλαμε, δηλαδή ένας ψυχολόγος ανά σχολείο», τονίζει.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι το Υπουργείο Παιδείας δεν έχει προχωρήσει σε σημαντική αύξηση των ψυχολόγων στις σχολικές μονάδες, καθώς προηγείται η κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών. Τα κενά σε εκπαιδευτικό προσωπικό παραμένουν, την ώρα μάλιστα που υπάρχουν ειδικές δομές υποστήριξης που λειτουργούν ήδη στα σχολεία.
«Υπάρχουν τμήματα ένταξης και δομές στήριξης των παιδιών και οι ψυχολόγοι συμβάλλουν σημαντικά στην προσπάθεια αυτή», επισημαίνει.
Αναφορικά με την πίεση που βιώνουν οι μαθητές ενόψει των Πανελλαδικών εξετάσεων, ο κ. Δελέγκος κάνει λόγο για μειωμένες ψυχικές αντοχές των νέων ανθρώπων. «Οι ψυχικές αντοχές των παιδιών έχουν μειωθεί. Τα παιδιά σήμερα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και δυσκολεύονται να διαχειριστούν ακόμη και την παραμικρή απογοήτευση. Έχουν ανάγκη από στήριξη τόσο από τις οικογένειες όσο και από τους καθηγητές τους. Αν δεν τη βρουν, δεν ξέρουμε πώς θα την αναζητήσουν», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Μάλιστα, ξεκαθαρίζει πως εάν αποδειχθεί ότι το άγχος των εξετάσεων ήταν ο βασικός λόγος που οδήγησε τη νεαρή κοπέλα στην αυτοχειρία, τότε «πρόκειται πραγματικά για μια τραγική εξέλιξη».
Τέλος, ο ίδιος επισημαίνει ότι υπάρχει σοβαρή δυσκολία στη διαχείριση των πολλαπλών προβλημάτων που εμφανίζονται τόσο στις οικογένειες όσο και στις μικρές σχολικές κοινότητες, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο το έργο εκπαιδευτικών και ειδικών.
Και αυτό γιατί θα πρέπει μέσα σε αυτό τον τεράστιο αριθμό των μαθητών να ξεχωρίσουν τα σοβαρά περιστατικά, την ώρα μάλιστα που πολλά στόματα παραμένουν ερμητικά κλειστά.