Μία νέα σελίδα ανοίγει για τους δημοσίους υπαλλήλους μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον 13ο και τον 14ο μισθό.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έβαλε για ακόμη μία φορά «φρένο» στις διεκδικήσεις για την επαναφορά των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, κρίνοντας ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην τα επαναφέρει δεν παραβιάζει ούτε το Σύνταγμα ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας εκδόθηκε στο πλαίσιο πρότυπης δίκης και ουσιαστικά κλείνει τον δικαστικό κύκλο των σχετικών διεκδικήσεων.
Για τους περίπου εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους στο Δημόσιο, το μήνυμα της απόφασης είναι σαφές: τα δώρα δεν επιστρέφουν μέσω των δικαστηρίων.
Δέκατη αρνητική απόφαση
Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, σχολιάζοντας την απόφαση και μιλώντας στην EΡΤ, έκανε λόγο για την πολλοστή αρνητική κρίση του ΣτΕ και σημείωσε ότι πρόκειται ουσιαστικά για τη δέκατη φορά που απορρίπτονται σχετικές διεκδικήσεις.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι πλέον ότι η υπόθεση έχει κριθεί από την Ολομέλεια του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι δεν διαφαίνεται νέος δικαστικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει στην επαναφορά των δώρων.
Με άλλα λόγια, ο 13ος και ο 14ος μισθός δεν μπορούν να επιστρέψουν με δικαστική απόφαση.
Μπορούν, όμως, να επιστρέψουν με έναν άλλο τρόπο.
Η πόρτα που έμεινε ανοιχτή
Η απόφαση του ΣτΕ δεν απαγορεύει στην Πολιτεία να επαναφέρει τα δώρα. Το αντίθετο: το ζήτημα μετατρέπεται πλέον από δικαστική διεκδίκηση σε καθαρά πολιτική και δημοσιονομική επιλογή.
Εφόσον μια κυβέρνηση κρίνει ότι υπάρχουν τα απαραίτητα δημοσιονομικά περιθώρια, μπορεί να νομοθετήσει την επιστροφή των δώρων, είτε στο σύνολό τους είτε σταδιακά είτε με διαφορετική μορφή.
Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα της επόμενης ημέρας: δικαστικά το θέμα κλείνει, πολιτικά όμως παραμένει ανοιχτό.
Γιατί το ΣτΕ είπε «όχι»
Η προσφυγή είχε στηριχθεί, μεταξύ άλλων, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τους επαρκείς και αξιοπρεπείς κατώτατους μισθούς.
Η πλευρά του προσφεύγοντος υποστήριξε ότι οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να αξιολογούνται και υπό το πρίσμα του κόστους ζωής και της φτώχειας και ότι θα πρέπει να υπάρχει αντίστοιχη προστασία με αυτή που εφαρμόζεται στον ιδιωτικό τομέα.
Το ΣτΕ, ωστόσο, δεν υιοθέτησε αυτή την προσέγγιση.
Ένα από τα βασικά σημεία της κρίσης είναι ότι δημόσιος και ιδιωτικός τομέας διέπονται από διαφορετικά μισθολογικά καθεστώτα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτόματη βάση σύγκρισης ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα.
Παράλληλα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις μισθολογικές παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στο Δημόσιο και έκρινε ότι, στο συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, η Πολιτεία έχει λάβει μέτρα για την ενίσχυση των αποδοχών.
Το επιχείρημα της ακρίβειας δεν κρίθηκε αρκετό
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της προσφυγής ήταν ότι οι σημερινές συνθήκες ακρίβειας έχουν περιορίσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Το επιχείρημα ήταν ότι ένας δημόσιος υπάλληλος μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη των αναγκών του, ιδιαίτερα όταν έχει οικογενειακές υποχρεώσεις και υψηλό κόστος στέγασης και διαβίωσης.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε ο Γιάννης Καρούζος, το ΣτΕ έκρινε ότι τα σχετικά κριτήρια δεν αρκούν από μόνα τους για να επιβληθεί δικαστικά η επαναφορά των δώρων. Το ύψος των αποδοχών και οι μισθολογικές πολιτικές ανήκουν κατά βάση στη σφαίρα των επιλογών του εθνικού νομοθέτη.
Το μεγάλο πρόβλημα: η στελέχωση του Δημοσίου
Πέρα από τη νομική διάσταση, η απόφαση επαναφέρει στο προσκήνιο ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: πόσο ελκυστική είναι πλέον η εργασία στο Δημόσιο.
Ο Γιάννης Καρούζος υποστήριξε ότι οι χαμηλές αποδοχές δημιουργούν προβλήματα στη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης. Ένας νεοδιοριζόμενος, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται μακριά από τον τόπο κατοικίας του και έχει οικογενειακές υποχρεώσεις, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα κόστος ζωής που δεν καλύπτεται εύκολα από τον μισθό του.
Το αποτέλεσμα είναι, σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, να υπάρχουν περιπτώσεις επιτυχόντων σε διαγωνισμούς που τελικά δεν επιλέγουν τη θέση ή εγκαταλείπουν τη συγκεκριμένη επαγγελματική διαδρομή.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα επιστρέψουν τα δώρα. Είναι και το αν το Δημόσιο μπορεί να προσελκύσει και να διατηρήσει εξειδικευμένο προσωπικό με τις σημερινές αποδοχές.
Τι σημαίνει για την οικονομία
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στους ίδιους τους δημοσίους υπαλλήλους.
Η επαναφορά των δώρων θα σήμαινε επιπλέον εισόδημα για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και, κατ’ επέκταση, μεγαλύτερη κατανάλωση στην αγορά.
Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλονται από την πλευρά όσων υποστηρίζουν την επιστροφή τους: ένα μέρος των χρημάτων που θα κατευθυνόταν στους εργαζομένους θα επέστρεφε στην οικονομία μέσω της κατανάλωσης, ενώ το κράτος θα εισέπραττε μέρος αυτής της δραστηριότητας μέσω της φορολογίας.
Πρόκειται, ωστόσο, για ένα επιχείρημα οικονομικής πολιτικής και όχι για στοιχείο που μπορεί να ανατρέψει τη δικαστική κρίση.
Τι γίνεται από εδώ και πέρα
Μετά την απόφαση της Ολομέλειας, η μπάλα βρίσκεται πλέον καθαρά στο γήπεδο της πολιτικής.
Εάν μια μελλοντική κυβέρνηση αποφασίσει ότι οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέπουν, μπορεί να νομοθετήσει την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού.
Το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να πάρει διαφορετικές μορφές: πλήρη επαναφορά των δώρων, σταδιακή επαναφορά ή ακόμη και ένα νέο σύστημα πρόσθετων ετήσιων ενισχύσεων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν θα πρόκειται για εφαρμογή δικαστικής απόφασης αλλά για πολιτική επιλογή.
Το νέο δεδομένο για τους δημοσίους υπαλλήλους
Η απόφαση του ΣτΕ αλλάζει ουσιαστικά το τοπίο.
Μέχρι σήμερα, η συζήτηση για τον 13ο και τον 14ο μισθό είχε δύο επίπεδα: το δικαστικό και το πολιτικό. Από εδώ και πέρα, το δικαστικό σκέλος θεωρείται κλειστό.
Το ερώτημα μεταφέρεται πλέον αποκλειστικά στην κυβέρνηση και στη Βουλή:
Υπάρχει η δημοσιονομική δυνατότητα και, κυρίως, υπάρχει η πολιτική βούληση για την επιστροφή των δώρων;
Αυτή είναι πλέον η πραγματική μάχη για τους δημοσίους υπαλλήλους. Το ΣτΕ είπε «όχι» στην επαναφορά τους μέσω της Δικαιοσύνης. Η τελευταία λέξη, όμως, εξακολουθεί να ανήκει στην Πολιτεία.