Δυτική Ελλάδα: Πολλές ενάρξεις, αυξημένα λουκέτα, μόλις 213 επιχειρήσεις με δυναμική

Επιχειρήσεις με έντονη κινητικότητα, αλλά περιορισμένη δυναμική μεγέθυνσης αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τη Δυτική Ελλάδα. Η δημιουργία νέων επιχειρήσεων συνεχίζεται, το ισοζύγιο μεταξύ ενάρξεων και διακοπών παραμένει θετικό, ωστόσο η εικόνα αλλάζει όταν εξεταστεί η ανθεκτικότητα των επιχειρηματικών μονάδων και κυρίως η δυνατότητά τους να αναπτυχθούν.

giorgos iliopoulos

Toυ Γιώργου Ηλιόπουλου, Διευθυντή Σύνταξης Fineview.gr

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα για τη δημογραφία των επιχειρήσεων το 2024, στη Δυτική Ελλάδα καταγράφηκαν 48.319 ενεργές επιχειρήσεις. Μέσα στη συγκεκριμένη χρονιά δημιουργήθηκαν 3.823 νέες επιχειρήσεις, ενώ 2.103 διέκοψαν τη λειτουργία τους. Το ισοζύγιο ήταν θετικό κατά 1.720 επιχειρήσεις, καθώς για κάθε δύο επιχειρήσεις που έκλεισαν δημιουργήθηκαν σχεδόν τέσσερις νέες.

Η πρώτη ανάγνωση των στοιχείων είναι θετική. Η επιχειρηματική δραστηριότητα στην περιοχή ανανεώνεται και οι νέες ενάρξεις υπερτερούν των διακοπών. Ωστόσο, η δεύτερη ανάγνωση αποκαλύπτει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: Η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό επιχειρηματικών εξόδων σε σχέση με άλλες περιφέρειες, ενώ δυσκολεύεται να δημιουργήσει μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες επιχειρηματικές μονάδες.

Περισσότερα λουκέτα σε σχέση με τις γειτονικές Περιφέρειες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποσοστά ιδρύσεων και διακοπών λειτουργίας επιχειρήσεων, τα οποία επιτρέπουν μια πιο ουσιαστική σύγκριση μεταξύ των Περιφερειών.

Στη Δυτική Ελλάδα το ποσοστό ίδρυσης επιχειρήσεων διαμορφώθηκε στο 7,9%, ενώ το ποσοστό διακοπών λειτουργίας έφτασε το 4,4%. Με άλλα λόγια, παρά τη θετική διαφορά μεταξύ νέων ενάρξεων και λουκέτων, η περιοχή εμφανίζει μεγαλύτερη αναλογία επιχειρηματικών εξόδων σε σχέση με τις γειτονικές και συγκρίσιμες Περιφέρειες.

Στην Πελοπόννησο το ποσοστό ιδρύσεων ήταν 7,1% και των διακοπών 3,5%. Στα Ιόνια Νησιά οι αντίστοιχοι δείκτες διαμορφώθηκαν σε 8,3% και 3,1%, ενώ στην Κρήτη έφτασαν το 8,8% και μόλις το 2,9%.

Ετσι, εκείνο που φαίνεται είναι ότι η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό διακοπών επιχειρήσεων μεταξύ των τεσσάρων Περιφερειών, παρά το γεγονός ότι διατηρεί θετικό ισοζύγιο.

Το ποσοστό του 4,4% είναι σημαντικά υψηλότερο από το 2,9% της Κρήτης και το 3,1% των Ιονίων Νήσων.

Το εύρημα αυτό θέτει στο τραπέζι το ζήτημα της επιχειρηματικής ανθεκτικότητας. Δεν αρκεί να δημιουργούνται νέες επιχειρήσεις, εάν ένα σημαντικό μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν καταφέρνει να διατηρηθεί στην αγορά.

Μόλις 213 επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα όταν εξεταστεί η δυνατότητα των επιχειρήσεων να μεγαλώσουν.

Στη Δυτική Ελλάδα καταγράφηκαν μόλις 213 επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης, αριθμός που αντιστοιχεί στο 0,4% των ενεργών επιχειρήσεων της Περιφέρειας.

Η συγκεκριμένη κατηγορία αφορά επιχειρήσεις που απασχολούσαν τουλάχιστον 10 μισθωτούς στην αρχή της εξεταζόμενης τριετίας και κατέγραψαν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της απασχόλησής τους μεγαλύτερο από 10% για τρία συνεχόμενα χρόνια.

Το ποσοστό της Δυτικής Ελλάδας είναι χαμηλότερο από την Πελοπόννησο, όπου διαμορφώθηκε στο 0,5%, τα Ιόνια Νησιά, όπου έφτασε στο 1%, και την Κρήτη, όπου ανήλθε στο 1,1%.

Λίγες οι επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης στην περιοχή

Η απόσταση από την Κρήτη είναι χαρακτηριστική: το ποσοστό των επιχειρήσεων υψηλής ανάπτυξης στην περιοχή είναι σχεδόν τριπλάσιο.

Σε πανελλαδικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης ανήλθαν σε 7.528 και απασχολούσαν συνολικά 506.669 μισθωτούς. Μάλιστα, το 35,4% αυτών δραστηριοποιούνταν στον κλάδο των καταλυμάτων και της εστίασης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατηγορία των νεαρών επιχειρήσεων υψηλής ανάπτυξης, γνωστών ως «γαζέλες», οι οποίες ανήλθαν σε 746 σε ολόκληρη τη χώρα.

Το μεγάλο στοίχημα για τη Δυτική Ελλάδα

Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια βασική αδυναμία της περιφερειακής επιχειρηματικότητας: η δημιουργία νέων επιχειρήσεων δεν συνοδεύεται στον ίδιο βαθμό από τη μεγέθυνση και την ενίσχυση υφιστάμενων επιχειρηματικών μονάδων.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες επιχειρήσεις ξεκινούν τη δραστηριότητά τους, αλλά πόσες καταφέρνουν να επιβιώσουν, να αυξήσουν τον αριθμό των εργαζομένων τους, να επενδύσουν και να αποκτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά.

Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η εξωστρέφεια, η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η καινοτομία και η δυνατότητα προσέλκυσης εξειδικευμένου προσωπικού αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη μετάβαση από τη μικρή επιχειρηματική δραστηριότητα σε ισχυρότερες και περισσότερο ανταγωνιστικές μονάδες.

Για τη Δυτική Ελλάδα, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι πλέον μόνο να ανοίγουν περισσότερες επιχειρήσεις από όσες κλείνουν. Είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε οι νέες επιχειρηματικές προσπάθειες να αποκτούν διάρκεια και οι υφιστάμενες να μπορούν να μεγαλώνουν. Γιατί η επιχειρηματική δυναμική μιας Περιφέρειας δεν μετριέται μόνο από τις ενάρξεις, αλλά και από την ικανότητά της να δημιουργεί επιχειρήσεις που αντέχουν, επενδύουν και παράγουν ανάπτυξη.

Δημήτρης Νικολακόπουλος: « Γιατί ασφυκτιά η μικρή επιχειρηματικότητα»

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματικών, Βιοτεχνικών και Εμπορικών Σωματείων Νομού Αχαΐας (ΟΕΒΕΣΝΑ), Δημήτρης Νικολακόπουλος, χαρακτηρίζει αναμενόμενη την εικόνα των αυξημένων διακοπών επιχειρηματικής δραστηριότητας, επισημαίνοντας ότι αρκετοί συμπολίτες επιχειρούν να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση υπό τον φόβο της ανεργίας, αναζητώντας μια εναλλακτική πηγή εισοδήματος.

fineview dimitris nikolakopoulos

Ωστόσο, η σημερινή οικονομική συγκυρία καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την προσπάθεια επιβίωσης. Η ακρίβεια, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η περιορισμένη αγοραστική δύναμη και κυρίως η έλλειψη ρευστότητας δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις μικρές επιχειρήσεις.

«Η πίτα είναι περιορισμένη και γι’ αυτόν τον λόγο οι περισσότερες επιχειρήσεις οδηγούνται σε κλείσιμο», σημειώνει ο κ. Νικολακόπουλος, εξηγώντας ότι τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών εξαντλούνται πριν από το τέλος του μήνα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ο μισθός τελειώνει περίπου στις 20 ημέρες, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να περιορίζουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα και να μην περισσεύουν χρήματα για την τοπική αγορά.

Παράλληλα, ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα είναι οι οφειλές που αφήνουν πίσω τους οι επιχειρήσεις που διακόπτουν τη λειτουργία τους, κυρίως προς την Εφορία και τον ΕΦΚΑ. Πρόκειται για χρέη που επιβαρύνουν περαιτέρω τους επαγγελματίες και δυσχεραίνουν την προσπάθεια επανεκκίνησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Όπως υπογραμμίζει ο πρόεδρος της ΟΕΒΕΣΝΑ, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ενεργειακό κόστος, αλλά συνδέεται συνολικά με την οικονομική κατάσταση, την απουσία ρευστότητας και τη συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης, που στερούν από τα καταστήματα της πόλης τον αναγκαίο τζίρο για να παραμείνουν βιώσιμα.

Οι περισσότερες αξιοποιούν διάφορα χρηματοδοτικά εργαλεία, μεταξύ αυτών και της ΔΥΠΑ

Χρ. Αγγελόπουλος: «Ανοίγουν καταστήματα χωρίς προοπτική και βάζουν λουκέτο μόλις τελειώσει η επιδότηση»

Την προβληματική εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά της Πάτρας, με τις νέες επιχειρήσεις να δυσκολεύονται να επιβιώσουν και αρκετές να οδηγούνται σε διακοπή λειτουργίας, περιγράφει ο εκπρόσωπος Τύπου του Εμπορικού και Εισαγωγικού Συλλόγου Πατρών, Χρήστος Αγγελόπουλος, μιλώντας στον «Σ.Ε.».

aggelopoulos 1

Όπως επισημαίνει, ένα σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων που εμφανίζονται να ανοίγουν, σύμφωνα και με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, αφορά μικρές επιχειρηματικές προσπάθειες, οι οποίες ξεκινούν με τη βοήθεια προγραμμάτων επιδότησης της ΔΥΠΑ. Πρόκειται για ανθρώπους που επιχειρούν να δημιουργήσουν τη δική τους επαγγελματική δραστηριότητα, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν εισόδημα και να αποφύγουν την ανεργία.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Αγγελόπουλο, η έναρξη μιας επιχείρησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη δυνατότητα μακροχρόνιας λειτουργίας της.

«Ουσιαστικά, τα καταστήματα που βλέπουμε να ανοίγουν είναι μικρομάγαζα. Είναι επιχειρήσεις που δημιουργούνται με τη βοήθεια προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, όμως με αυτά δεν μπορεί να λυθεί το πρόβλημα. Το αντίθετο θα έλεγα. Απλώς πηγαίνουν πιο πίσω το πρόβλημα της ανεργίας και της εύρεσης εργασίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Χωρίς σχέδιο και με συσσωρευμένες υποχρεώσεις

Το βασικό πρόβλημα, όπως εξηγεί, είναι ότι πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις ξεκινούν χωρίς ολοκληρωμένο επιχειρηματικό σχεδιασμό, συγκεκριμένη οργάνωση και σαφή εικόνα των οικονομικών υποχρεώσεων που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν. Οι περιορισμένοι τζίροι δεν επαρκούν για να καλύψουν τα λειτουργικά έξοδα, ενώ οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις δημιουργούν πρόσθετη πίεση.

«Μιλάμε για επιχειρήσεις που δημιουργούν μεγαλύτερες υποχρεώσεις και οφειλές, γιατί οι τζίροι είναι περιορισμένοι. Οι υποχρεώσεις που έχουν προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία τις πνίγουν. Δεν είναι βιώσιμες οι επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει business plan και συγκεκριμένη οργάνωση, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά τους. Τα οικονομικά των πολιτών είναι περιορισμένα», τονίζει.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι, κατά τον ίδιο, η πορεία αυτών των επιχειρήσεων μετά τη λήξη της επιδότησης. Τότε αρκετοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την επιχειρηματική τους προσπάθεια, είτε αναζητώντας εργασία ως μισθωτοί είτε προχωρώντας σε οριστική διακοπή δραστηριότητας.

«Είτε απορροφώνται και γίνονται υπάλληλοι είτε βάζουν λουκέτο», σημειώνει ο εκπρόσωπος Τύπου του Εμπορικού Συλλόγου Πατρών, περιγράφοντας την κατάληξη αρκετών μικρών επιχειρηματικών εγχειρημάτων.

Η αγορά περιμένει τη Black Friday

Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τον κ. Αγγελόπουλο, δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη οικονομική κατάσταση και τη μειωμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η κίνηση στα εμπορικά καταστήματα παραμένει υποτονική, ενώ οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους και περιμένουν συγκεκριμένες περιόδους εκπτώσεων και προσφορών για να πραγματοποιήσουν τις αγορές τους.

«Δεν υπάρχει κίνηση στην αγορά. Φανταστείτε ότι όλοι περιμένουν την Black Friday, την ώρα που δεν υπάρχει μεγάλη δυνατότητα στην αγορά», αναφέρει.

Παράλληλα, αναδεικνύει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα μεσαίου μεγέθους εμπορικά καταστήματα απέναντι στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την ίδια οικονομική ευχέρεια, ούτε την αγοραστική δύναμη που θα τους επέτρεπε να εξασφαλίσουν αντίστοιχες εμπορικές συμφωνίες και να προχωρήσουν σε γενναίες εκπτώσεις. Έτσι, δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις μεγάλες αλυσίδες, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν πιο επιθετικές πολιτικές προσφορών.

Στο ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον προστίθεται και το ενεργειακό κόστος, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα πίεσης για τις επιχειρήσεις. Ο κ. Αγγελόπουλος αναφέρεται στις αυξήσεις που, όπως επισημαίνει, καταγράφονται στις ενεργειακές χρεώσεις, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα λειτουργικά έξοδα των καταστημάτων.

Κ. Σακκής: « Ξεκινούν με όνειρα και καταλήγουν με τεράστια χρέη»

Την ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο της εστίασης, με τον έντονο ανταγωνισμό, την υπερσυγκέντρωση ομοειδών επιχειρήσεων και τα αυξημένα λειτουργικά κόστη, περιγράφει ο Κώστας Σακκής, πρώην μέλος της ΠΟΕΣΕ, ο οποίος διατηρεί κατάστημα στο κέντρο της Πάτρας.

Όπως επισημαίνει, η πραγματική εικόνα της αγοράς ενδέχεται να είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη από αυτήν που αποτυπώνουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, καθώς πίσω από τις νέες επιχειρηματικές προσπάθειες κρύβονται συχνά οικονομικές δυσκολίες και συσσώρευση οφειλών.

kostas sakkis

«Η εικόνα στην εστίαση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Θεωρώ ότι τα στοιχεία είναι ακόμη πιο επιβαρυμένα από αυτά που εμφανίζονται. Ο καθένας θέλει να γίνει επιχειρηματίας έχοντας συγκεντρώσει ορισμένα χρήματα, είτε με δικούς του κόπους είτε από το εφάπαξ συγγενικών προσώπων. Αποφασίζει να ανοίξει ένα καφέ ή ένα κατάστημα εστίασης γρήγορου φαγητού, χωρίς πάντοτε να έχει υπολογίσει τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος φέρνει ως παράδειγμα την υπερσυγκέντρωση καταστημάτων καφέ σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης, σημειώνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί κανείς να συναντήσει ακόμη και 15 αντίστοιχες επιχειρήσεις στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο. Μια τέτοια εικόνα, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτυπώνει το πρόβλημα του κορεσμού της αγοράς και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ίδια περιοχή.

«Η λογική που ακολουθείται είναι ότι κάποιοι θεωρούν πως, με την υψηλή κατανάλωση προϊόντων, όπως για παράδειγμα ο καφές, θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν οικονομικά. Δεν είναι όμως έτσι η κατάσταση. Υπάρχουν τεράστια κόστη από πίσω, τα οποία οι επιχειρήσεις δεν μπορούν εύκολα να καλύψουν», υπογραμμίζει.

Ενοίκια, μισθοδοσία, ασφαλιστικές εισφορές, ενέργεια, πρώτες ύλες και φορολογικές υποχρεώσεις συνθέτουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τους επαγγελματίες της εστίασης. Έτσι, ακόμη και επιχειρήσεις που εμφανίζουν καθημερινά αυξημένη κίνηση και σημαντικό αριθμό συναλλαγών δεν είναι απαραίτητο ότι εξασφαλίζουν την αντίστοιχη οικονομική απόδοση.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει, μάλιστα, στην ποιότητα της επιχειρηματικότητας που αναπτύσσεται στην περιοχή. Όπως εξηγεί, η αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων δεν αποτελεί από μόνη της θετική εξέλιξη, όταν αφορά κυρίως δραστηριότητες χαμηλής επιχειρηματικής έντασης, χωρίς ουσιαστική προστιθέμενη αξία και δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης.

«Δεν θεωρώ θετικό δείκτη το γεγονός ότι ανοίγουν επιχειρήσεις χαμηλής επιχειρηματικής έντασης. Θα θέλαμε να βλέπουμε επιχειρήσεις που να δημιουργούν προοπτική, να μπορούν να αναπτυχθούν και να έχουν πραγματικές δυνατότητες βιωσιμότητας», καταλήγει ο Κώστας Σακής, περιγράφοντας την ανάγκη για ένα διαφορετικό παραγωγικό και επιχειρηματικό μοντέλο στην τοπική αγορά.

Παράλληλα, σημειώνει ότι η συνεχής είσοδος νέων επιχειρήσεων σε μια ήδη κορεσμένη αγορά δεν δημιουργεί απαραίτητα νέες ευκαιρίες, αλλά εντείνει τον ανταγωνισμό και πιέζει τα περιθώρια κέρδους. Το αποτέλεσμα είναι αρκετοί επαγγελματίες να δυσκολεύονται να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις τους, παρά την καθημερινή τους προσπάθεια.

Ειδήσεις και νέα από Πάτρα και όλη την Ελλάδα. Η άλλη ματια στην ενημέρωση.

Ακολουθήστε μας στα Social Media

Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 242001