Το υπουργείο Περιβάλλοντος ανακοίνωσε το πρόγραμμα «Διατηρώ», το οποίο προβλέπει επιδότηση έως 50% για εργασίες αποκατάστασης διατηρητέων κτιρίων που ανήκουν σε ιδιώτες. Η χρηματοδότηση, η οποία θα προέλθει από κοινοτικούς πόρους, θα καλύπτει δαπάνες όπως η στατική ενίσχυση, η αποκατάσταση όψεων και, υποχρεωτικά, η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, βάσει σχετικής μελέτης.
Το πρόγραμμα αναμένεται να προκηρυχθεί το καλοκαίρι και θα έχει αρχικό προϋπολογισμό 75 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα αύξησης. Όπως επισημάνθηκε, η καθυστέρηση στην υλοποίησή του οφείλεται στους περιορισμούς της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, η οποία απαιτεί ενεργειακή αναβάθμιση ως προϋπόθεση για την ένταξη των έργων. Τις σχετικές ανακοινώσεις για το πρόγραμμα «Διατηρώ» έκανε ο γενικός γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, Ευθύμης Μπακογιάννης. Το πρόβλημα εντοπιζόταν στο γεγονός ότι το ΕΣΠΑ δεν χρηματοδοτεί την αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και ζητά να υπάρχει ενεργειακή αναβάθμιση του κτιρίου κατά δύο μονάδες. Τελικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δέχθηκε να χρηματοδοτήσει το 50% των δαπανών για ενίσχυση του φέροντος οργανισμού, αναβάθμιση όψεων κ.λπ., αλλά με απαραίτητη προϋπόθεση την ενεργειακή αναβάθμιση.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος των Αρχιτεκτόνων Αχαΐας, Ολυμπία Λόη, εκφράζει τον προβληματισμό της για το πρόγραμμα.

«Το 50% είναι μικρό ποσοστό για τα διατηρητέα, γιατί μιλάμε για μια διαδικασία ιδιαίτερα κοστοβόρα. Μικρό είναι και το συνολικό ποσό που θα διατεθεί, λόγω του μεγάλου κόστους που απαιτεί μια αναπαλαίωση. Το ποσοστό σαφώς θα έπρεπε να είναι πάνω από 50%. Να σημειώσουμε ότι τα προηγούμενα προγράμματα «Διατηρώ» δεν είχαν επιτυχία. Θέλουμε να δούμε εάν έχουν διορθωθεί οι ατέλειες του συγκεκριμένου προγράμματος. Σημειώστε ότι χρονικά έχουμε καθυστερήσει πάρα πολύ στην υλοποίησή του. Λάβετε υπόψη ότι στην Αθήνα, όπου κάποιοι ιδιοκτήτες είναι πιο έτοιμοι να ανακαινίσουν σε σχέση με την επαρχία, διαπιστώνει κανείς ότι πολλά κτίρια βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Και όσο περνούν τα χρόνια χωρίς να γίνεται κάποια παρέμβαση, κάθε κτίριο επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο», αναφέρει η κ. Λόη.
Σε σχέση με τα προβλήματα του συγκεκριμένου προγράμματος, η ίδια επισημαίνει ότι οι διαδικασίες ήταν ιδιαίτερα περίπλοκες. Προαπαιτούμενο ήταν η κατάθεση όλων των μελετών, ανεξάρτητα από το αν η πρόταση θα εγκρινόταν τελικά ή όχι. Το κόστος υποβολής μελέτης αποκατάστασης ενός διατηρητέου είναι υψηλό και λίγοι επέλεγαν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία.
«Κάποιοι θα έπρεπε να επενδύσουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, χωρίς να γνωρίζουν αν τελικά θα εγκρινόταν η πρόταση. Θα έπρεπε, σε συνεργασία με το «Διατηρώ», να υπάρχουν και κίνητρα ώστε τα κτίρια αυτά να επαναχρησιμοποιηθούν. Δηλαδή να δοθούν κίνητρα σε έναν επενδυτή για επανάχρηση, μετατρέποντας, για παράδειγμα, ένα παλιό κτίριο σε ξενοδοχείο κ.λπ. Εάν δεν γνωρίζουμε τη μελλοντική χρήση, πώς θα αποκαταστήσει κάποιος ένα παλιό κτίριο; Άλλη είναι η παρέμβαση στην περίπτωση ενός ξενοδοχείου, άλλη για συγκρότημα γραφείων και άλλη για κατάστημα», υπογραμμίζει η κ. Λόη.
Σ