Ελάχιστες στιγμές πριν ανοίξουν οι κάλπες για τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές, το ζήτημα της διαφθοράς αναδύεται ως κεντρικός πυλώνας του δημόσιου διαλόγου, ανταγωνιζόμενο σε σημασία ακόμη και την ακρίβεια. Οι ανησυχίες για την ηθική της διακυβέρνησης Τραμπ αποτελούν πλέον προτεραιότητα για το εκλογικό σώμα, σύμφωνα με έρευνα του δικτύου Fox News, όπου το 88% των ερωτηθέντων εκφράζει έντονο προβληματισμό. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζει και η δημοσκόπηση του ινστιτούτου Harris για τον Guardian, η οποία καταδεικνύει ότι εννέα στους δέκα πολίτες θεωρούν τη διαφθορά ως μείζον πρόβλημα. Επιπλέον, το 76% των συμμετεχόντων εκτιμά ότι οι κυβερνητικοί παράγοντες δίνουν προτεραιότητα στον προσωπικό τους πλουτισμό έναντι της ευημερίας των πολιτών.
Οι καταγγελίες για τον Ντόναλντ Τραμπ
Οι επικρίσεις εστιάζουν στη ραγδαία αύξηση της προσωπικής περιουσίας του Ντόναλντ Τραμπ και των οικείων του. Κατά τη διάρκεια προεκλογικής του εμφάνισης στην Ατλάντα, ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξε ότι από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος έχει συσσωρεύσει πάνω από 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια, κυρίως μέσω δραστηριοτήτων στα κρυπτονομίσματα, ένα μέγεθος πρωτοφανές για προεδρική θητεία. «Έχουμε χάσει τον λογαριασμό με όλες τις συμφωνίες που έχουν κάνει ο Τραμπ και η οικογένειά του», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Μπαράκ Ομπάμα. Συμπλήρωσε δε πως «από κρυπτονομίσματα μέχρι συμβάσεις που χρηματοδοτούνται από τους φορολογούμενους για τις εταιρείες των παιδιών του. Ο Τραμπ έχει κερδίσει δισεκατομμύρια κατά τη διάρκεια της θητείας του», καταλήγοντας στο ότι κανένας Ρεπουμπλικάνος βουλευτής δεν έχει προβάλλει αντίρρηση.
Η καχυποψία για το περιβάλλον του προέδρου
Παράλληλα, επιχειρηματικοί κύκλοι που συνδέονται με τον Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο έχουν αποκομίσει σημαντικά οφέλη. Η αίθουσα χορού που ανεγείρεται στην ανατολική πτέρυγα της προεδρικής κατοικίας έχει συγκεντρώσει πάνω από 300 εκατομμύρια δολάρια σε ιδιωτικές δωρεές, με τη συνδρομή κολοσσών όπως η Apple και η Nvidia, που συνεισέφεραν 25 εκατομμύρια δολάρια. Ο ίδιος ο Τραμπ δηλώνει ανοιχτά ικανοποιημένος για τα κέρδη του ενεργειακού τομέα εν μέσω των τρεχουσών πολεμικών συρράξεων. Στο Κάνσας, ο Δημοκρατικός υποψήφιος Ανταμ Χάμιλτον κατήγγειλε τον γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ για απουσία από την πολιτεία, υποστηρίζοντας ότι διέμενε στη Φλόριντα. Ο Τζέιμς Ταλαρίκο, υποψήφιος των Δημοκρατικών στο Τέξας, συνόψισε το κλίμα δηλώνοντας: «Αυτές οι εκλογές δεν αφορούν την αριστερά εναντίον της δεξιάς. Πρόκειται για το αν θα έχουμε γερουσιαστή που θα σου επιτρέπει να γεμίζεις τις τσέπες σου ή έναν γερουσιαστή που θα γεμίζει τις τσέπες του».
Η αίσθηση του συστήματος που δεν λειτουργεί
Το ζήτημα της διαφθοράς αναδείχθηκε αιφνιδιαστικά μέσα στο τελευταίο εξάμηνο. Ο πολιτικός αναλυτής Φρανκ Λαντς εξηγεί τη μεταστροφή αυτή ως εξής: «Ο λόγος είναι ότι υπάρχει μια αυξανόμενη αίσθηση ότι άλλοι προχωρούν ενώ μένουν πίσω και δεν πιστεύουν ότι το σύστημα λειτουργεί. Πιστεύουν ότι το σύστημα έχει στηθεί, διαστρεβλωθεί και χρησιμοποιηθεί με ύπουλο τρόπο, και αυτό προκαλεί μια δυσαρέσκεια που θα γίνει αισθητή στις εκλογές».
Η κυριαρχία του θέματος στα ΜΜΕ
Σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Δικαιοσύνης Brennan, οι αναφορές στην ηθική της κυβέρνησης στις τηλεοπτικές διαφημίσεις έχουν ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκατετραετίας. Συγκεκριμένα:
- Το 24% των διαφημιστικών μηνυμάτων για τη Βουλή των Αντιπροσώπων εστιάζει στην ηθική.
- Το 16% των διαφημίσεων για τη Γερουσία αναφέρεται στο ίδιο θέμα.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει οικουμενικό χαρακτήρα, με ψηφοφόρους όπως η Κέι ΜακΚένα από τη Τζόρτζια να δηλώνουν ότι απομακρύνονται από τους Ρεπουμπλικάνους, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «αντιαμερικανική». Αναλυτές επισημαίνουν στη Ναυτεμπορική ότι η αναμενόμενη δυναμική των Δημοκρατικών πηγάζει από τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και τη διαφθορά, καθώς και από το 59,9% των ψηφοφόρων που αποδοκιμάζει τον Τραμπ. Παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ένα προβάδισμα 52% έναντι 43% σε εθνικό επίπεδο για τους Δημοκρατικούς, η τελική κατανομή των εδρών θα εξαρτηθεί από τις επιμέρους αναμετρήσεις σε κάθε πολιτεία, καθώς το αμερικανικό εκλογικό σύστημα δεν λειτουργεί με βάση το συνολικό ποσοστό ψήφων.