Της Ιωάννας Κωσταρέλλα, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ ΑΠΘ
Στην πολύ πρόσφατη έρευνα της Διανέοσις σχετικά με το τι πιστεύουν οι Έλληνες, ένα από τα συμπεράσματα είναι ότι τα μέσα ενημέρωσης, όπως και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βρίσκονται στα τάρταρα σε σχέση με την εμπιστοσύνη που απολαμβάνουν. Το δε Digital News Report του Reuters Institute της Οξφόρδης για το 2023 αναφέρει την Ελλάδα ως τη χώρα με το χαμηλότερο ποσοστό εμπιστοσύνης των πολιτών στις ειδήσεις με ποσοστό μόλις 19%.
Από την άλλη πάλι και στην τρέχουσα εκλογική αναμέτρηση, αυτή τη φορά για τις ευρωεκλογές του Ιουνίου, οι δημοσιογράφοι μοιάζουν να είναι η πιο περιζήτητη ιδιότητα σε υποψήφιο. Με βασικό κριτήριο την αναγνωρισιμότητα, δημοσιογράφοι που μέχρι πριν λίγες μέρες υποτίθεται ότι στέκονταν απέναντι στην εξουσία πέρασαν στην άλλη πλευρά, ενώ είναι πιθανόν να επιστρέψουν στη δημοσιογραφία, αν το φλερτ με την πολιτική αποδειχθεί σύντομο. Οι δυσκολίες στο τοπίο της ενημέρωσης και η διαρκής απώλεια της εμπιστοσύνης των ακροατηρίων που μεταφράζεται και σε απώλεια εσόδων φαίνεται ότι τους αναγκάζουν να πηδήξουν στη βάρκα της πολιτικής. Ανέκαθεν η σχέση των δημοσιογράφων με την πολιτική ήταν στενή, πολύ συχνά συμβιωτική. Ο χαμένος σεβασμός στην κάποτε θεωρούμενη αδέκαστη τέταρτη εξουσία κάνει τους φορείς της να αναζητούν εναγωνίως έναν καινούργιο ρόλο στην εκτελεστική πλέον εξουσία. Ταυτόχρονα, η τάση αυτή αυξάνει την καχυποψία των πολιτών, καθώς, η κυρίαρχη αντίληψη ότι πολιτικοί και δημοσιογράφοι διασκεδάζουν στα ίδια σαλόνια, τροφοδοτείται από αληθινές ιστορίες.
Μαζί με όλα αυτά εξελίξεις όπως η αλλαγή στον ποινικό κώδικα που οδήγησε στη σύλληψη του Γαλλοκαναδού δημοσιογράφου Romain Chauvet για διασπορά fake news, η δολοφονία Καραϊβάζ, αλλά και οι παρακολουθήσεις, προβληματίζουν ιδιαίτερα. Δεν έχει τόση σημασία η 107η θέση στο ranking των ΡΧΣ (σε λίγες μέρες θα μάθουμε ποια θα είναι η θέση μας στο φετινό ranking), αλλά ο τρόπος που στέκεται τόσο το πολιτικό, όσο και το μιντιακό σύστημα απέναντι σε όλα αυτά.
Πώς διαμορφώνεται η σχέση των δημοσιογράφων με την αλήθεια στην εποχή των fake news;
Αιώνες πριν ήταν οι κληρικοί, οι βασιλείς και οι μονάρχες που είχαν το μονοπώλιο της αλήθειας. Στην εποχή του διαδικτύου και των εναλλακτικών γεγονότων, ποιοι διεκδικούν άραγε αυτό το ρόλο; Εξαρτάται η αλήθεια μόνο από τα επιστημονικά δεδομένα ή βασίζεται και σε διυποκειμενικές συμφωνίες;
Η σχέση της δημοσιογραφίας με την αλήθεια είναι περίπλοκη: Από τη μια πλευρά, οι δημοσιογράφοι διεκδικούν την «οντολογική αλήθεια» των ειδήσεων και τον προνομιακό ρόλο τους ως «ανιχνευτές αλήθειας» μέσω των δικών τους μεθόδων έρευνας. Από την άλλη πλευρά, δεν λειτουργούν όπως οι επιστήμονες, και επομένως δεν διαθέτουν τα επιστημονικά εργαλεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν την «αλήθεια» στη δημοσιογραφική δουλειά.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να σταθμίσουν και να διαλέξουν ανάμεσα σε διάφορες εκδοχές των γεγονότων και να αναγνωρίσουν ότι η τεκμηριωμένη γνώμη τους δεν μπορεί να διεκδικήσει την απόλυτη αλήθεια, αλλά αντίθετα παραμένει υπό δοκιμή και ανοιχτή σε αναθεώρηση κάθε φορά που εμφανίζονται νέες πληροφορίες και αμφιβολίες για την ορθότητα της. Ιδανικά, λοιπόν, καταλήγουν σε μια ισορροπημένη περιγραφή διαφορετικών εκδοχών της αλήθειας.
Η αλήθεια δεν είναι μια εξωτερική εισροή στις ειδήσεις, αλλά ένα ασταθές αποτέλεσμα εύρεσης δεδομένων, αναζήτησης πληροφοριών και αμφισβήτησης, διαδικασία στην οποία οι δημοσιογράφοι λειτουργούν ως διαμεσολαβητές. Στο πλαίσιο αυτό τα μέσα ενημέρωσης αντλούν την αξιοπιστία τους από την ικανότητα τους να επιλέγουν το τι και πώς θα το πουν και όχι με βάση το γεγονός ότι εκπροσωπούν την «απόλυτη αλήθεια» (Kohring and Matthes, 2007). Κρίνονται δηλαδή για την ικανότητά τους (να πείσουν το κοινό ότι) επιλέγουν αξιόπιστες και κατάλληλες πηγές και πληροφορίες και παρέχουν αξιόπιστη και αντικειμενική αξιολόγηση αυτών (Kohring και Matthes, 2007).
Οπότε ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται εμπιστοσύνη στη δημοσιογραφία δεν είναι μέσω της επιβολής της μιας και μοναδικής αλήθειας, αλλά μέσω της δημόσιας αμφισβήτησης αυτού που θεωρείται η μόνη αλήθεια. Οι άνθρωποι εμπιστεύονται επειδή μπορούν να εκφράσουν κριτική (και επομένως δυσπιστία), ενώ αποδέχονται την αξία της πληροφορίας, γιατί μπορούν επίσης να αμφισβητήσουν την αξία της.
Επομένως, η εμπιστοσύνη στην ψηφιακή εποχή είναι μια πολύπλοκη σχέση ανατροφοδότησης που περιλαμβάνει δημιουργικούς τρόπους εναλλαγής ρόλων μεταξύ παραγωγών και χρηστών, των λεγόμενων produsers σύμφωνα με τον Bruns.
Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος της δημοσιογραφίας στη λεγόμενη εποχή της μετα-αλήθειας;
Θα σταθώ σε δύο ζητήματα. Το ένα αφορά την πρωτοκαθεδρία που φαίνεται να έχει το fact checking ως νέο (;) δημοσιογραφικό είδος και το δεύτερο είναι η λεγόμενη viral δημοσιογραφία.
Τα τελευταία χρόνια η δημοσιογραφία έχει μετατοπιστεί από την αναζήτηση και την επιλογή των σημαντικών γεγονότων της ημέρας στον έλεγχο των γεγονότων, σε αυτό που είναι ευρέως γνωστό ως fact checking. Ένα νέο είδος, αυτό της δημοσιογραφίας του fact checking, αναδύθηκε και αναδείχθηκε ως ανάγκη αντιμετώπισης των fake news του Τραμπ, τις προσπάθειες χειραγώγησης στο Brexit και τις θεωρίες συνωμοσίες κατά την περίοδο του Covid. Σήμερα όλο και περισσότερες πρωτοβουλίες για τον έλεγχο των ειδήσεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, κάνουν την εμφάνισή τους, ενώ είναι χαρακτηριστικό το πόσο μεγάλα ποσά διοχετεύονται μέσω ευρωπαϊκών και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων σε τέτοιες πρωτοβουλίες.
Το fact-checking είναι μια διαδικασία επαλήθευσης που γίνεται πριν βγει μια ιστορία στις σελίδες ή στον αέρα. Βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τεχνικές δεξιότητες για τον έλεγχο εικόνων και περιεχομένου βίντεο που συχνά αποτελούν μέρος παραπληροφόρησης, αλλά και πληροφορίες που προέρχονται από ανοιχτές και ευρέως διαθέσιμες πηγές (OSINT).
Το fact-checking ήταν, φυσικά, πάντα μέρος της δημοσιογραφίας, αλλά δεν είχε απαραίτητα την ίδια κεντρική θέση όπως σήμερα.
Μόνο που εδώ γεννιούνται ερωτήματα όπως ποιος ελέγχει τους fact checkers; Πώς γίνεται η επιλογή των θεμάτων για τα οποία απαιτείται επαλήθευση; Τι ισχύει με το sponsor driven fact–checking, το κατευθυνόμενο δηλαδή fact–checking;
Μήπως, λοιπόν, αντί να ανάγουμε το fact–checking στον πιο αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης, θα έπρεπε να επιστρέψουμε στις παραδοσιακές δημοσιογραφικές μεθόδους, αναπόσπαστο μέρος των οποίων είναι ο έλεγχος των γεγονότων;
Το δεύτερο σχετικό ζήτημα που φαίνεται ότι απασχολεί τους επαγγελματίες δημοσιογράφους είναι η μετάβαση από την αναζήτηση ιστοριών που έχουν μια «αξία επικαιρότητας» και αυτό που αποκαλείται quality journalism, στην αναζήτηση ιστοριών που έχουν μια «αξία διαμοιρασμού» δηλαδή αυτό που αποκαλούμε viral journalism. Θέματα, δηλαδή, που θα ανέβουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και θα ταξιδέψουν γρήγορα. Ποτέ στο παρελθόν οι δημοσιογράφοι δεν είχαν τόσα δεδομένα για την αξία του διαμοιρασμού. Τώρα πια μπορούν να δουν τι ανεβαίνει και τι όχι, όπως και το πόσοι το μοιράζονται. Πόσα ζευγάρια μάτια είναι καρφωμένα στο θέμα, σε ποια παράγραφο και σε ποιο σημείο σε κάθε λεπτό. Κι όπως είναι φυσικό, εστιάζουν περισσότερο στην αξία αυτού που μπορεί να έχει απήχηση. Θυμάμαι το 2013 όταν κάναμε με κάποιες συναδέλφισσες μια έρευνα για το πως αλλάζει η δημοσιογραφική κουλτούρα και η επαγγελματική ταυτότητα στην εποχή των ΜΚΔ, κάποιος πολυδιαβασμένος αρθρογράφος έγκυρης εφημερίδας μας είχε απαντήσει «γίναμε σκλάβοι των likes». Οπότε κι εδώ χρειάζεται μια ισορροπία και αξιοποίηση της στρατηγικής του viral journalism (που αφορά τη χρήση πολυμέσων και εργαλείων ώστε οι ειδήσεις να είναι πιο ελκυστικές) που δεν πρέπει να συγχέεται με το clickbait, στην υπηρεσία της ποιοτικής δημοσιογραφίας.
Τι είναι πλέον απαραίτητο;
Να υπάρχουν διαφανείς μηχανισμοί για τον περιορισμό της παραπληροφόρησης και την παροχή απτών ανταμοιβών για την ηθική και επαγγελματική δημοσιογραφία. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή πρωτοβουλίες όπως το journalismtrustinitiative των ΡΧΣ, αλλά και της ΠΟΕΣΥ που πρωτοπορεί στα θέματα αυτά και εστιάζουν σε κριτήρια, ποιοτικούς δείκτες (πχ. διαφάνεια σε σχέση με την ιδιοκτησία ή εσωτερικός και εξωτερικός έλεγχος) με αυτό το στόχο.
Για να έχουν κάποιο νόημα αυτοί οι δείκτες θα πρέπει να αφορούν στη διαδικασία, στο πώς γίνεται δηλαδή η δουλειά στην αίθουσα σύνταξης και να μην εστιάζουν σε μεμονωμένο περιεχόμενο που εξετάζεται κατά περίπτωση. Αυτό δηλαδή που αποτελεί και το τρωτό σημείο του fact checking.
Οι ψευδείς ειδήσεις δημιουργούν δυσπιστία στο έργο των μέσων ενημέρωσης και της δημοσιογραφίας και δυσφημούν, ταυτόχρονα, καθιερωμένους πολιτικούς θεσμούς, ή ακόμα και ολόκληρο το δημοκρατικό σύστημα, όπως λέει ο McNair (2017). Ωστόσο, οι ψευδείς ειδήσεις βοηθούν στην επανοηματοδότηση και επαναξιολόγηση του έργου της ποιοτικής δημοσιογραφίας, το οποίο συμβάλει στην ανθεκτικότητα της δημόσιας σφαίρας.
Επιστρέφουμε λοιπόν στη σχέση του δημοσιογράφου με την αλήθεια, εστιάζοντας στην ανάδειξη της αλήθειας μέσα από την επιχειρηματολογία. Η αλήθεια αυτή θα πρέπει να είναι ανοιχτή στην κριτική και να αντέχει στις διαδικασίες ελέγχου που οφείλουν να ακολουθούν οι δημοσιογράφοι.
Χρειάζεται επομένως να προσεγγίσουμε τον ρόλο της δημοσιογραφίας στην ψηφιακή εποχή όχι ως θεσμού που πρέπει απλώς να επαναβεβαιώσει την εξουσία του, αλλά μάλλον μέσα από την ανάγκη να επαναδιαπραγματευθούμε αξιόπιστες διαδικασίες ανάδειξης της αλήθειας. Αυτό απαιτεί μια δημοσιογραφία που είναι ανεξάρτητη από οικονομική και πολιτική επιρροή (Broersma, 2013; Davies, 2019; Ward, 2015, 2019) και να εστιάζει σε μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ πολιτικών δρώντων, διαμορφωτών κοινής γνώμης και δημοσιογράφων για την προστασία της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας από τις συνθήκες «βαθιάς» εμπορευματοποίησης και πολιτικής χειραγώγησης (Couldry, 2016; Couldry and Hepp, 2018· Murdock, 2017).
Σ’ έναν δημόσιο διάλογο που είναι πιο περίπλοκος από ποτέ, η δημοσιογραφία πρέπει να προσφέρει μια προσέγγιση τεκμηριωμένη κι επικεντρωμένη στα γεγονότα. Να είναι ένας ισχυρός, ανεξάρτητος και επαγγελματικός θεσμός στην κοινωνία.