Όταν ο αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ διαλέγει τα κεντρικά γραφεία του υπουργείου Δικαιοσύνης για να ανακοινώσει ότι απαγγέλλει κατηγορίες, αυτό δείχνει ότι πρόκειται για ένα ζήτημα εθνικής σημασίας. Επομένως, όταν ο υπηρεσιακός αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας, Τρεντ ΜακΚότερ ανακοίνωσε ότι θα έδινε την πρώτη του συνέντευξη Τύπου, όλοι μας υποθέσαμε δικαιολογημένα ότι πρόκειται για μια υπόθεση μείζονος σημασίας.
Αντ’ αυτού, ο ΜακΚότερ ανακοίνωσε την άσκηση δίωξης κατά ενός ανεύθυνου ταχυδρομικού υπαλλήλου για τους ακατάλληλους χειρισμούς του στη διανομή αλληλογραφίας. Ο Ντέιμον Ματάι Σέι από τη Γιούτα εκτελούσε εκείνη την περίοδο το δρομολόγιο ενός συναδέλφου του. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, ένιωθε “πελαγωμένος” και προσπάθησε να “ελαφρύνει τον όγκο της δουλειάς” του, πετώντας μια παρτίδα αλληλογραφίας στον κάδο απορριμμάτων μιας εκκλησίας. Μιλώντας στις ομοσπονδιακές αρχές, παραδέχτηκε ότι ήταν μία “κακή απόφαση”, την οποία πήρε λόγω “αγανάκτησης” και “τεμπελιάς”.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι πίστευε πως η αλληλογραφία που πέταξε ήταν διαφημιστικό υλικό. Ωστόσο, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, υπήρχαν και 300 ψηφοδέλτια για τις προκριματικές εκλογές, τα οποία είχαν αποσταλεί ταχυδρομικώς. Του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για το κακούργημα που αφορά την καθυστέρηση ή την καταστροφή αλληλογραφίας – ένα από τα αδικήματα που σχετίζονται με το ταχυδρομείο και διώκονται συχνά.
Ο Σέι δεν είχε καμία εμφανή πρόθεση να παρέμβει στη διεξαγωγή των εκλογών. Αυτό όμως δεν εμπόδισε το υπουργείο Δικαιοσύνης να τον παρουσιάσει στο κοινό ως σαμποτέρ της εκλογικής διαδικασίας. Ο υπηρεσιακός γενικός εισαγγελέας χαρακτήρισε τον Σέι —έναν 34χρονο χωρίς προηγούμενο ποινικό μητρώο— ως “κίνδυνο για το κοινό και την ακεραιότητα του εκλογικού συστήματος”. Τόσο ο ΜακΚότερ όσο και ο προϊστάμενός του, γενικός εισαγγελέας Τοντ Μπλανς, εμφανίστηκαν στο δίκτυο Fox News για να υποστηρίξουν το κατηγορητήριο.
Η επιθετική τους στάση αναδεικνύει την απελπισμένη προσπάθεια ηγετικών στελεχών του υπουργείου Δικαιοσύνης να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς του προέδρου Τραμπ για παρεμβάσεις στην εκλογική διαδικασία – αλλά και την παταγώδη αποτυχία τους σε αυτο. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, ο ΜακΚότερ υπενθύμισε σε αυστηρό τόνο: “Να θυμάστε φίλοι μου: η νοθεία στις εκλογές είναι υπαρκτό φαινόμενο”. Με άλλα λόγια: Μπορεί να μην διαθέτουμε ισχυρές αποδείξεις, αλλά εμπιστευτείτε μας.
Πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι οι αβάσιμοι ισχυρισμοί του προέδρου Τραμπ περί νοθείας στην επιστολική ψήφο έχουν πείσει ελάχιστους ανθρώπους πέρα από την εκλογική του βάση. Ωστόσο, τα στελέχη που τον περιστοιχίζουν παραμένουν πεισματικά προσηλωμένα στην προσπάθεια να αποδείξουν το αντίθετο – θυμίζοντας έντονα τους αυλικούς που αρνούνταν να πουν στον αυτοκράτορα ότι είναι γυμνός. Μετά τη συνέντευξη Τύπου του ΜακΚότερ, μια υψηλόβαθμη εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης επιτέθηκε λεκτικά σε έναν ανταποκριτή, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τη δίωξη του Σέι ως “υπόθεση που αφορά έναν κουρασμένο ταχυδρόμο”. Στον επίσημο λογαριασμό του στο X, το υπουργείο δημοσίευσε ένα βίντεο υψηλής παραγωγής, στο οποίο ο ΜακΚότερ υποστηρίζει αμήχανα και χωρίς αποδεικτικά στοιχεία ότι η εν λόγω υπόθεση αποτελεί “μόνο την κορυφή του παγόβουνου”.
Οι ενέργειες αυτές θυμίζουν τα γεγονότα που ακολούθησαν τις εκλογές του 2020, όταν ένα στέλεχος του υπουργείου Δικαιοσύνης, ενεργώντας αυθαίρετα, απέστειλε επιστολή σε αξιωματούχους της πολιτείας της Τζόρτζια, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι το υπουργείο είχε στοιχεία για “σημαντικές” παρατυπίες στην εκλογική διαδικασία. Το σχέδιό του ναυάγησε μόνο επειδή τα υπόλοιπα ανώτατα στελέχη του υπουργείου απείλησαν με παραίτηση σε περίπτωση που αυτό προχωρούσε. Ο υπηρεσιακός Γενικός Εισαγγελέας, Τζέφρει Ρόσεν, φέρεται να δήλωσε στον Τραμπ ότι δεν μπορούσε να “αλλάξει τα πραγματικά δεδομένα” των εκλογών.
Αυτό που έχει αλλάξει και προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία σήμερα είναι ότι η ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης συνεργάζεται για να επικυρώσει τα ψεύδη του προέδρου Τραμπ για τις εκλογές. Η μετατροπή της μυθοπλασίας σε πραγματικότητα αποτελεί πλέον μέρος των καθηκόντων τους. Λυδία λίθος για όλα τα πολιτικά διορισμένα στελέχη του Τραμπ είναι να αρνηθούν ότι ο πρόεδρος έχασε τις εκλογές του 2020.
Στην αρχή, το δικαστικό σύστημα στόχευε συγκεκριμένα άτομα που είχαν εξοργίσει τον πρόεδρο – όπως τον Γερουσιαστή Μαρκ Κέλι ή τον πρώην διευθυντή του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ. Πλέον, έχει υιοθετήσει μια τακτική μαζικής σάρωσης, αναζητώντας “ενόχους” στους οποίους μπορούν να αποδοθούν συνωμοσίες που έχει επινοήσει ο πρόεδρος. Απλοί πολίτες παγιδεύονται σε αυτή τη διαδικασία.
Ο Ντέιβιντ Χερν, ένας άνδρας από το Μέριλαντ, ήταν ένας από αυτούς. Τον Ιούνιο, αστυνομικοί της Υπηρεσίας Πάρκων των ΗΠΑ και μέλη της Εθνοφρουράς αναπτύχθηκαν για να περιπολούν γύρω από την Πισίνα Αντανάκλασης στην Ουάσινγκτον, υπό την πίεση να αποδείξουν τον ισχυρισμό του προέδρου ότι “αρρωστημένα, διαταραγμένα άτομα” κατέστρεψαν σκόπιμα την επένδυση στον πυθμένα της. Ο Χερν, περνώντας με το ποδήλατό του από την περιοχή σταμάτησε για να βάλει το χέρι του στο νερό. Συνελήφθη επί τόπου και αργότερα του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για το κακούργημα της καταστροφής περιουσίας.
Η υπόθεση εναντίον του Χερν κατέρρευσε όταν οι εισαγγελείς κλήθηκαν να την τεκμηριώσουν με αποδεικτικά στοιχεία. Η Τζανίν Πίρο, ομοσπονδιακή εισαγγελέας για την Περιφέρεια της Κολούμπια, αναγκάστηκε να αποσύρει το κατηγορητήριο – προκαλώντας την οργή του προέδρου- αλλά μόνο αφότου ο Χερν είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας και είχε παρουσιαστεί ως εχθρός της Αμερικής. Σε δελτίο Τύπου, η Πίρο είχε δηλώσει ότι οι “σκόπιμες πράξεις καταστροφής” του Χερν αποτελούσαν “προσβολή για την κοινή μας ιστορία και την αξιοπρέπεια της εθνικής μας κληρονομιάς”.
Οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν ανησύχησαν για την προσωπική τους ασφάλεια όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης στράφηκε κατά του Τζέιμς Κόμεϊ, του Μαρκ Κέλι και της Λετίσια Τζέιμς, της γενικής εισαγγελέα της Νέας Υόρκης. Αυτοί ήταν επαγγελματίες πολιτικοί που είχαν επιλέξει να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής. Φυσικά, κανείς δεν πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αυθαίρετης ή εκδικητικής ποινικής έρευνας. Ωστόσο, ήταν πρόσωπα που ο πρόεδρος θεωρούσε εχθρούς του. Τώρα, όμως, είναι σε απόγνωση και βάζει στο στόχαστρο απλούς πολίτες.
Μέχρι σήμερα, τα δικαστήρια έχουν απορρίψει τις πολιτικά υποκινούμενες διώξεις του Τραμπ. Οι περισσότεροι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται την πραγματική φύση αυτών των υποθέσεων: είναι ανυπόστατες και αξιοθρήνητες — σημάδι της αδυναμίας του Τραμπ. Ωστόσο, ο έλεγχος που ασκεί ο πρόεδρος στους μηχανισμούς της δικαιοσύνης μπορεί να προκαλέσει τεράστια ζημιά, ακόμη και αν οι κατηγορίες τελικά δεν καταλήγουν κάπου, όπως διαπίστωσαν από πρώτο χέρι ο Χερν και ο Σέι.
Η λύση είναι να σταματήσουν όσοι κινούνται στον κύκλο του Τραμπ να διευκολύνουν τη συμπεριφορά του. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, είναι απίθανο να συμβεί. Ο Τραμπ βασίζεται πλέον, σε ασυνήθιστο βαθμό, σε μια εναλλασσόμενη ομάδα καιροσκόπων που έχουν διοριστεί σε πολιτικές θέσεις. Το μόνιμο στελεχιακό δυναμικό, που βλέπει την καριέρα του να φθίνει, περιθωριοποιείται ολοένα και περισσότερο, καθώς η ηγεσία απαιτεί απόλυτη αφοσίωση και καταπνίγει επιθετικά κάθε διαφωνία.
Ο ΜακΚότερ είχε προειδοποιήσει ότι “οι ενέργειες έστω και ενός κακόβουλου παράγοντα” μπορούν να υπονομεύσουν την ασφάλεια των δημοκρατικών μας εκλογών. Δεν έχει άδικο — ωστόσο, αυτό που κατέδειξε η συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε είναι ότι οι κακόβουλοι παράγοντες βρίσκονται στους κόλπους της κυβέρνησής μας.