Έντονο προβληματισμό έχει προκαλέσει σε όλη τη χώρα το πρόσφατο περιστατικό με τις δύο 17χρονες κοπέλες στην Ηλιούπολη, που έπεσαν στο κενό. Σύμφωνα με πληροφορίες, καθοριστικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε η πίεση που βίωναν ενόψει των Πανελλαδικών εξετάσεων. Το γεγονός φέρνει ξανά στο προσκήνιο το έντονο άγχος και την ψυχολογική πίεση που αντιμετωπίζουν οι μαθητές, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια αυτής της απαιτητικής περιόδου. Γονείς, εκπαιδευτικοί και ειδικοί τονίζουν ότι τα παιδιά καλούνται από πολύ νωρίς να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις για τη ζωή τους, μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και πιεστικό περιβάλλον.
Η Πρόεδρος της Ένωσης Γονέων Δήμου Πατρέων, Ελένη Μπεχλιούλη, περιγράφει μια κατάσταση που, όπως λέει, γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική για τους εφήβους.

«Η κατάσταση και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν τα παιδιά είναι ασφυκτικά. Το σχολείο, κακά τα ψέματα, δεν πιέζει γιατί τα παιδιά ουσιαστικά δεν ασχολούνται με αυτό. Ασχολούνται με τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την ίδια, ο φόβος της αποτυχίας στις Πανελλαδικές έχει γιγαντωθεί, καθώς οι μαθητές αισθάνονται ότι στα 17 τους χρόνια καλούνται να καθορίσουν ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία της ζωής τους.
«Ουσιαστικά μιλάμε για παιδιά 17 ετών που πρέπει να πάρουν αποφάσεις για το τι θα κάνουν στη ζωή τους. Έχει περάσει η λογική ότι μόνο αν περάσεις σε κάποια σχολή έχεις καταφέρει κάτι. Όμως η αποτυχία είναι μέσα στη ζωή και κανείς δεν πάει χαμένος», σημειώνει.
Η κ. Μπεχλιούλη στέκεται ιδιαίτερα και στον ρόλο της κοινωνίας αλλά και των ίδιων των γονέων, υπογραμμίζοντας ότι η επιτυχία στις Πανελλαδικές συχνά αντιμετωπίζεται ως κοινωνική καταξίωση. «Δεν γίνεται να θεωρούμε δεδομένο ότι όλα τα παιδιά πρέπει να δώσουν Πανελλήνιες και να μπουν σε μια ανώτερη σχολή. Τα παιδιά βλέπουν εμάς τους γονείς να παλεύουμε καθημερινά για το καλύτερο και θεωρούν ότι πρέπει να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Η κοινωνία μας είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε μόνο μέσω ενός πτυχίου να θεωρείσαι ικανός να πετύχεις», επισημαίνει.
Παράλληλα, κάνει λόγο για απαξίωση της τεχνικής εκπαίδευσης και των επαγγελματικών διεξόδων μέσω των ΕΠΑΛ. «Δεν υπάρχουν τεχνίτες πια. Κανείς δεν επιλέγει να γίνει τεχνίτης και έχουμε υποβαθμίσει τα ΕΠΑΛ και τη δημόσια παιδεία. Στα ΕΠΑΛ θα μπορούσε κάποιος να οικοδομήσει το μέλλον του, όμως στην πράξη αυτό δεν είναι εύκολο», τονίζει.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην ψυχολογική υποστήριξη μέσα στα σχολεία, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τις προσλήψεις ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, οι ανάγκες παραμένουν τεράστιες. «Πού είναι οι ψυχολόγοι; Δεν υπάρχει κάποιος να βοηθήσει ουσιαστικά τα παιδιά και ούτε εμείς οι γονείς ξέρουμε πώς να διαχειριστούμε μια αποτυχία. Οι ψυχολόγοι πηγαίνουν μία φορά την εβδομάδα σε σχολεία με 200 και 250 παιδιά. Τι να πρωτοπρολάβουν; Διαχειρίζονται περιστατικά βίας, μαθησιακές δυσκολίες και τόσα άλλα ζητήματα μέσα σε ελάχιστο χρόνο», αναφέρει χαρακτηριστικά. Όπως εκτιμά η ίδια, απαιτείται συνολική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, με μεγαλύτερη έμφαση στην ψυχική υγεία των μαθητών, στην ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης και στην αποσύνδεση της κοινωνικής επιτυχίας αποκλειστικά από την πανεπιστημιακή πορεία.