Καθώς ανεβαίνει το κόστος χρηματοδότησης κρατών και τραπεζών με άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, ακριβότερα δανείζονται πλέον και οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Ωστόσο η πρόσφατη άνοδος δεν εξάλειψε το όφελος από τη μείωση του κόστους των ελληνικών τραπεζών, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου παραμένει, ειδικά συγκρινόμενο με το κόστος πριν την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Τα spreads έχουν μειωθεί.
Στα νοικοκυριά, η εικόνα διαφέρει ανά κατηγορία δανείου, με τα στεγαστικά κυρίως να διατηρούν χαμηλότερο επιτόκιο από τον μέσο όρο του τελευταίου τριμήνου του 2025. Στο μέσο κόστος των επιχειρήσεων η επιβάρυνση “έφαγε” μέρος από το όφελος, αλλά δεν το εξάλειψε. Το ΙΟΒΕ εντοπίζει ότι το μέσο επιχειρηματικό κόστος τον Αύγουστο 2026 ήταν υψηλότερο από τον μέσο όρο του 2025. Από την άλλη σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2023 ή του 2024.
Για το συνολικό κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, που περιλαμβάνει καταθέσεις, ομόλογα, διατραπεζικό δανεισμό και πόρους από το Ευρωσύστημα, η Τράπεζα της Ελλάδας καταγράφει σταθερότητα στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Το κόστος καταθέσεων παρέμεινε περίπου σταθερό, ενώ τα χαμηλότερα κόστη έκδοσης ομολόγων αντιστάθμισαν τα υψηλότερα διατραπεζικά επιτόκια. Το μέσο κόστος των τραπεζών, συνυπολογίζοντας καταθέσεις, έκδοση ομολόγων, διατραπεζικό δανεισμό και Ευρωσύστημα, είναι κάτω του 1% και περίπου στο 0,9%.
Οι εισροές καταθέσεων συνέχισαν να ενισχύουν τη χρηματοδοτική βάση των τραπεζών. Το ΙΟΒΕ σημειώνει νέες καθαρές εισροές 7,7 δισ. ευρώ από επιχειρήσεις και 1,8 δισ. ευρώ από νοικοκυριά στο τρίμηνο Ιουνίου -Αυγούστου. Η χρήση μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά στα 1,65 δισ. ευρώ.
Για τις τράπεζες, η πρόσφατη άνοδος του κόστους, αποτυπώνεται στις αποδόσεις των ομολόγων στην αγορά. Σύμφωνα με την ΤτΕ την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου η μέση απόδοση των τραπεζικών ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ήταν 4,02%, αυξημένη κατά 1,11 ποσοστιαίες μονάδες από την αρχή του έτους. Στα ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης έφτασε στο 4,78%, με αύξηση 0,91 ποσοστιαίων μονάδων. Στα εταιρικά ομόλογα μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, η απόδοση ήταν 4,67% στο τέλος Σεπτεμβρίου, μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από την αρχή του έτους.
Υπάρχει όμως διαχρονική βελτίωση, η οποία φαίνεται και από τις διαφορές αποδόσεων (spreads) των νέων εκδόσεων στα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, στα τραπεζικά ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior preferred), το spread ήταν περίπου 250 μονάδες βάσης το 2020 -2021, ανέβηκε στις 350–380 μονάδες βάσης το 2022–2023 και υποχώρησε σε περίπου 65 μονάδες το 2025–2026.
Η μείωση αντιστοιχεί σε περίπου 285 -315 μονάδες βάσης, δηλαδή 2,85 -3,15 ποσοστιαίες μονάδες, την τελευταία τριετία. Στα ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης (Tier 2), το περιθώριο έπεσε από περίπου 770 μονάδες βάσης το 2019 σε 130 -150 το 2025-2026, με μείωση περίπου 620–640 μονάδων βάσης, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ. Η σύγκλιση ξεκίνησε το 2023, με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
Το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών
Ο σταθμισμένος δείκτης κόστους δανεισμού σύμφωνα με την ΕΚΤ, διαμορφώθηκε στο 4,4% στην Ελλάδα τον Αύγουστο, πάνω από τον μέσο όρο του 2025, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη και 3,9% σε Πορτογαλία, Ιταλία, Κύπρο και Ισπανία. Το ΙΟΒΕ συγκρίνει τα στοιχεία και το spread δανεισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις προκύπτει σε 67 μονάδες βάσης έναντι της Ευρωζώνης και σε 55 μονάδες έναντι των τεσσάρων χωρών του Νότου, (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Κύπρος), δηλαδή αυξημένο 0,67 και 0,55 της ποσοστιαίας μονάδας αντίστοιχα.
Στα στεγαστικά, το μέσο επιτόκιο ήταν 3,30% τον Αύγουστο, από 3,48% κατά μέσο όρο στο τέταρτο τρίμηνο του 2025. Παρέμενε χαμηλότερο κατά 0,18 ποσοστιαίες μονάδες, παρά τη μικρή άνοδο από το 3,27% του Ιουλίου. Στα καταναλωτικά, το επιτόκιο υποχώρησε στο 10,3% τον Αύγουστο, από 10,6% κατά μέσο όρο στο δεύτερο τρίμηνο, αλλά βρισκόταν λίγο πάνω από το 10,2% του τελευταίου τριμήνου του 2025. Για τις νέες χορηγήσεις προς ιδιώτες συνολικά, το ΙΟΒΕ δίνει μέσο επιτόκιο περίπου 5,5% στο δίμηνο Ιουλίου -Αυγούστου.
Στο Δημόσιο, η μέση απόδοση του δεκαετούς ανέβηκε στο 3,9% τον Αύγουστο, από 3,4% στο τέλος του 2025, με αύξηση μισής ποσοστιαίας μονάδας. Τον ίδιο μήνα, το spread έναντι του γερμανικού δεκαετούς ήταν 68 μονάδες βάσης και έναντι του μέσου όρου των τεσσάρων χωρών του Νότου 18 μονάδες βάσης. Η απόδοση των ελληνικών κρατικών ομολόγων, παρέμενε περίπου 13 μονάδες βάσης χαμηλότερη από την ιταλική και τη γαλλική.