Με αφορμή τις επερχόμενες εκλογές, γινόμαστε για άλλη μια φορά μάρτυρες μιας γνώριμης αλλά απαράδεκτης εικόνας: της ανεξέλεγκτης τοποθέτησης προεκλογικών επιγραφών και αφισών σε κάθε γωνιά της πόλης, ακόμα και σε αρχιτεκτονικά ευαίσθητες περιοχές και στο ιστορικό-παραδοσιακό μας κέντρο.
Το πρόβλημα της οπτικής ρύπανσης και των πινακίδων εκτός αστικής κλίμακας δεν είναι νέο· αποτελεί καθημερινότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, τροφοδοτούμενο και από επαγγελματικές δραστηριότητες (ταμπέλες, τέντες κ.ά.). Όταν όμως η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου προκαλείται από τους ίδιους τους υποψηφίους, το ζήτημα αποκτά βαθιά πολιτική και θεσμική διάσταση.
Είναι τουλάχιστον οξύμωρο, άνθρωποι που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών για να διοικήσουν, να νομοθετήσουν ή να μεριμνήσουν για την εύρυθμη λειτουργία της πόλης, να είναι οι πρώτοι που παραβιάζουν τον νόμο. Πώς προσδοκούν να εμπνεύσουν τον σεβασμό στον δημόσιο χώρο, όταν οι ίδιοι τον μετατρέπουν σε πεδίο άναρχης προβολής;
Η τήρηση της νομιμότητας δεν είναι μόνο θέμα καταστολής, αλλά ζήτημα πολιτισμού, αυτοσυγκράτησης και αστικής συνείδησης. Ωστόσο, η αδράνεια δεν μπορεί να βαφτίζεται αδυναμία.
Απαιτείται άμεση και συντονισμένη κινητοποίηση όλων των αρμόδιων φορέων —του Δήμου, των συναρμόδιων υπηρεσιών (Πολεοδομίας, Εφορείας Αρχαιοτήτων, Νεωτέρων Μνημείων) και της Ελληνικής Αστυνομίας. Οφείλουν να ενημερώσουν εγκαίρως κόμματα και υποψηφίους για τις υποχρεώσεις τους, να αποστείλουν αμέσως έγγραφα συμμόρφωσης στους παρανομούντες και, όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση, να ενεργοποιήσουν αυτεπάγγελτα τις διαδικασίες απομάκρυνσης των αυθαίρετων κατασκευών και επιβολής των προβλεπόμενων προστίμων.
Όποιος δεν μπορεί να σεβαστεί το αστικό περιβάλλον πριν από την κάλπη, είναι βέβαιο πως δεν θα το σεβαστεί ούτε μετά.
Ας ξεκινήσουμε από τα θεμελιώδη: Σεβασμός στον νόμο και πάνω απ’ όλα σεβασμός στην αισθητική της πόλης.