Δύο διαφορετικές πολιτικές εικόνες, που όμως συνδέονται μεταξύ τους, περιλαμβάνει το χθεσινό μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Από τη μία, τα 52 χρόνια από την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας και η επιστροφή στην ιδρυτική παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με την αναφορά στην ανάγκη υπέρβασης των παλιών διαχωριστικών γραμμών. Από την άλλη, η ενεργειακή κρίση και η νέα μάχη που δίνει η Αθήνα στις Βρυξέλλες για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία.
52 χρόνια Νέα Δημοκρατία – Το μήνυμα πέρα από τις ταμπέλες
Στις 4 Οκτωβρίου 1974 ιδρύθηκε η Νέα Δημοκρατία. Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να σταθεί όχι μόνο στην ιστορική διαδρομή της παράταξης, αλλά κυρίως σε μία φράση της ιδρυτικής της διακήρυξης: στην ανάγκη υπέρβασης των «παλιών, παραπλανητικών ταμπελών της αριστεράς, της δεξιάς και του κέντρου».
Ο πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα περιγράψει τη Νέα Δημοκρατία ως μια παράταξη που απευθύνεται σε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις. Η αναφορά στην υπέρβαση των κομματικών ταμπελών λειτουργεί επομένως και ως υπενθύμιση της στρατηγικής της διεύρυνσης.
Το βλέμμα και στο κέντρο
Η στρατηγική αυτή παραπέμπει στην περίφημη «αμφίπλευρη διεύρυνση»: από τη μία η διατήρηση της παραδοσιακής δεξιάς εκλογικής βάσης και από την άλλη η προσπάθεια προσέγγισης ψηφοφόρων του κέντρου και ευρύτερων κοινωνικών ομάδων.
Το μήνυμα είναι ότι η παράταξη θέλει να παρουσιάζεται ως πολιτικός φορέας που απευθύνεται σε ολόκληρο το εκλογικό σώμα και όχι μόνο στον ιστορικό της χώρο.
Από το κομματικό ακροατήριο στο οικογενειακό πορτοφόλι
Και κάπου εδώ μπαίνει το δεύτερο σκέλος της Κυριακάτικης παρέμβασης του πρωθυπουργού.
Η ενεργειακή κρίση μεταφέρει τη συζήτηση από την πολιτική ταυτότητα στο πολύ πιο άμεσο ζήτημα της καθημερινότητας. Ο Μητσοτάκης γνωρίζει ότι οι αυξήσεις στην ενέργεια, στα καύσιμα και στη θέρμανση δεν αποτελούν απλώς έναν οικονομικό δείκτη. Αποτελούν ζήτημα που φτάνει απευθείας στο οικογενειακό εισόδημα.
Ο πρωθυπουργός, ωστόσο, δεν θέλει η ελληνική παρέμβαση να εξαντληθεί στα εθνικά μέτρα.
Ο νέος μαραθώνιος στις Βρυξέλλες
Εδώ αρχίζει ο δεύτερος «μαραθώνιος» του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η Αθήνα ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, υποστηρίζοντας ότι η ενεργειακή κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με συστάσεις προς τους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωσή τους.
Η λογική της Αθήνας είναι ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες σχεδιάστηκαν σε μια διαφορετική εποχή. Όταν η ενέργεια ήταν φθηνότερη, οι δημοσιονομικές ισορροπίες μπορούσαν να αντιμετωπίζονται με διαφορετικούς όρους. Σήμερα, υποστηρίζει η ελληνική πλευρά, τα δεδομένα έχουν αλλάξει και η Ευρώπη πρέπει να προσαρμοστεί.
Δεν είναι η πρώτη φορά που πιέζει την Ευρώπη
Η σημερινή πρωτοβουλία δεν εμφανίζεται στο κενό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν την ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση κρίσεων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η περίοδος της πανδημίας, όταν η Ελλάδα ήταν μεταξύ των χωρών που πίεσαν για μια φιλόδοξη ευρωπαϊκή απάντηση στην οικονομική κρίση.
Τον Μάρτιο του 2020, ο Μητσοτάκης και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν ζητήσει ευρωπαϊκό δανεισμό για τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης. Λίγους μήνες αργότερα συμφωνήθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ, εξέλιξη που ο ίδιος τότε χαρακτήρισε ιστορική για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Αθήνα είχε επιμείνει ιδιαίτερα στην ανάγκη οι πόροι να έχουν τη μορφή επιχορηγήσεων και όχι αποκλειστικά νέου εθνικού δανεισμού, καθώς η Ελλάδα κουβαλούσε ήδη υψηλό δημόσιο χρέος.
Το αποτέλεσμα ήταν για την Ελλάδα ένα συνολικό ευρωπαϊκό πακέτο πόρων που ο πρωθυπουργός είχε υπολογίσει τότε σε περίπου 72 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.
Το προηγούμενο αυτό αποτελεί σήμερα μέρος της επιχειρηματολογίας της κυβέρνησης: ότι σε μεγάλες κρίσεις η ευρωπαϊκή πολιτική μπορεί να αλλάξει όταν οι πιέσεις των κρατών-μελών αποκτούν κρίσιμη μάζα.
Η νέα μάχη είναι διαφορετική
Η σημερινή κρίση, πάντως, έχει μια σημαντική διαφορά.
Τώρα το αίτημα δεν αφορά ένα νέο τεράστιο χρηματοδοτικό εργαλείο τύπου Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά μεγαλύτερο χώρο για προσωρινές εθνικές παρεμβάσεις.
Η Ελλάδα, όπως και η Ιταλία, ζητά αυτή την περίοδο περισσότερο δημοσιονομικό «αέρα», καθώς η άνοδος των τιμών των καυσίμων και ο πληθωρισμός αυξάνουν την πίεση στα νοικοκυριά και ταυτόχρονα περιορίζουν τα περιθώρια των κυβερνήσεων. Η Αθήνα ζητά ειδικότερα να μη συνυπολογίζονται ορισμένα προσωρινά μέτρα στήριξης στις αυστηρές δημοσιονομικές οροφές.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό στοίχημα.
Ο Μητσοτάκης θέλει να δείξει ότι η Ελλάδα έχει πλέον τη δημοσιονομική αξιοπιστία ώστε να ζητά ευελιξία όταν προκύπτουν έκτακτες συνθήκες, χωρίς να επιστρέφει στις λογικές του παρελθόντος.
«Δεν λύνουμε ως διά μαγείας το πρόβλημα»
Η φράση του πρωθυπουργού ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να λύσει «ως διά μαγείας» την ενεργειακή κρίση έχει τη δική της σημασία.
Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο ανάγκες: να υπάρξει άμεση ανακούφιση των πολιτών και ταυτόχρονα να μην υπάρξει δημοσιονομικός εκτροχιασμός.
Γι’ αυτό και ο Μητσοτάκης μιλά για στήριξη «στα όρια των δυνατοτήτων της οικονομίας» και για παρακολούθηση της κατάστασης ανά δεκαπενθήμερο.
Η κυβέρνηση θέλει, δηλαδή, να κρατήσει ανοιχτό το δημοσιονομικό παράθυρο όσο διαρκεί η κρίση, χωρίς να μετατρέψει τα έκτακτα μέτρα σε μόνιμες δαπάνες.
Από τον Καραμανλή του 1974 στον Μητσοτάκη του 2026
Η χθεσινή ανάρτηση του πρωθυπουργού αποκτά μια ευρύτερη πολιτική αρχιτεκτονική.
Στην αρχή βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία των 52 ετών και η αναφορά στην υπέρβαση των παλιών κομματικών ταμπελών.
Στη συνέχεια βρίσκεται η σημερινή κυβέρνηση, που επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη διαχείρισης μεγάλων κρίσεων.
Και στο τέλος βρίσκεται η Ευρώπη, όπου ο Μητσοτάκης επιχειρεί για ακόμη μία φορά να μεταφέρει την πίεση από το εθνικό στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το πολιτικό μήνυμα είναι διπλό: Στο εσωτερικό, άνοιγμα προς το κέντρο και προσπάθεια διατήρησης μιας ευρύτερης κοινωνικής συμμαχίας· στο εξωτερικό, διεκδίκηση μεγαλύτερου ευρωπαϊκού χώρου για να αντιμετωπιστεί η ενεργειακή πίεση.
Η επόμενη μάχη, επομένως, δεν θα δοθεί μόνο στο ράφι του πρατηρίου ή στον λογαριασμό της θέρμανσης. Θα δοθεί και στις Βρυξέλλες.
Και εκεί το ερώτημα για την Αθήνα είναι συγκεκριμένο: Πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να πάει η Ευρώπη, προκειμένου μια διεθνής ενεργειακή κρίση να μη μετατραπεί σε εθνικό κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα.
Ο Μητσοτάκης έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση. Και, όπως δείχνει το προηγούμενο της πανδημίας, η ελληνική κυβέρνηση ποντάρει στο ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες μπορούν να προσαρμοστούν όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Το εάν αυτή τη φορά οι Βρυξέλλες θα ακολουθήσουν, είναι η επόμενη μεγάλη διαπραγμάτευση.