Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αν πέτυχε το «Ελλάδα 2.0» και το Ταμείο Ανάκαμψης: να κοιτάξει πόσα χρήματα απορροφήθηκαν. Υπάρχει όμως και ο δύσκολος τρόπος. Να κοιτάξει τι άλλαξε πραγματικά στην ελληνική οικονομία.
Και εδώ η απάντηση είναι σαφώς πιο σύνθετη, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα.
Τα περίπου 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης δεν πήγαν χαμένα. Έφεραν επενδύσεις, χρηματοδότηση, έργα και μεταρρυθμίσεις. Όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επαρκής απόδειξη ότι δημιούργησαν την παραγωγική μεταμόρφωση που είχε υποσχεθεί το «Ελλάδα 2.0».
Αυτό είναι, κατά την άποψή μας, το πραγματικό συμπέρασμα.
Δεν πρόκειται ούτε για «χαμένα 36 δισ.» ούτε όμως για τον θρίαμβο που παρουσιάζεται κατά καιρούς.
Ταμείο Ανάκαμψης: Τα χρήματα αξιοποιήθηκαν. Αυτό δεν αμφισβητείται
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσει είναι ότι ο ισχυρισμός πως «τα 36 δισ. πήγαν χαμένα» δεν στέκει.
Το πρόγραμμα κινητοποίησε τεράστιους πόρους. Περίπου τα μισά αφορούν επιχορηγήσεις και τα υπόλοιπα δάνεια, ενώ η χρηματοδότηση κατευθύνθηκε σε επιχειρήσεις, ενεργειακές επενδύσεις, ψηφιακό μετασχηματισμό, υποδομές, υγεία, εκπαίδευση και μια σειρά μεταρρυθμίσεων.
Επομένως, ο τίτλος «άνθρακες ο θησαυρός» είναι υπερβολικός εάν χρησιμοποιείται με την έννοια ότι τα χρήματα σπαταλήθηκαν ή δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Έφεραν.
Το ζήτημα είναι αν έφεραν όσα θα μπορούσαν.
Γιατί λοιπόν υπάρχει πρόβλημα με τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης;
Επειδή το «Ελλάδα 2.0» δεν παρουσιάστηκε απλώς ως ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης.
Παρουσιάστηκε ως ευκαιρία να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας.
Και αυτό είναι πολύ μεγαλύτερη υπόθεση.
Η Ελλάδα έβγαινε από μια δεκαετία κρίσης με τεράστιο επενδυτικό κενό. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γίνουν επενδύσεις που θα αύξαναν μόνιμα την παραγωγικότητα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν αυξήθηκαν οι επενδύσεις όσο υπήρχαν τα χρήματα.
Το ερώτημα είναι:
Θα συνεχίσουν να αυξάνονται όταν τα χρήματα τελειώσουν;
Και εδώ τα πράγματα δεν είναι ενθαρρυντικά.
Το 2026 είναι η χρονιά-κλειδί
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά περίπου 2,4% το 2026, αλλά στη συνέχεια ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να υποχωρήσει στο 1,7% το 2027, στο 1,6% το 2028 και στο 1,3% το 2029.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η πορεία των επενδύσεων.
Η αύξησή τους αναμένεται να επιβραδυνθεί σημαντικά μετά το 2026.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «καταρρέουν» οι επενδύσεις. Σημαίνει όμως ότι η τεράστια επενδυτική ώθηση της περιόδου του Ταμείου δεν φαίνεται να μπορεί να διατηρηθεί με την ίδια ένταση.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να σταθεί ο πολίτης.
Γιατί εάν χρειάζονται δεκάδες δισεκατομμύρια έκτακτης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για να κινηθεί η οικονομία και μετά την ολοκλήρωσή της η ανάπτυξη επιστρέφει σε ρυθμούς κοντά στο 1%-1,5%, τότε η χώρα έχει ακόμη πρόβλημα.
Δεν αρκεί να φτιάξεις έργα
Ένα πρόγραμμα αυτού του μεγέθους δεν κρίνεται μόνο από το πόσα έργα ολοκληρώθηκαν.
Κρίνεται από το αν τα έργα αυτά παράγουν περισσότερο πλούτο στο μέλλον.
Αν μια επιχείρηση εκσυγχρονιστεί, παράγει περισσότερο και προσλαμβάνει εργαζόμενους, τότε υπάρχει πραγματική αναπτυξιακή επίδραση.
Αν μια ψηφιακή μεταρρύθμιση μειώσει τη γραφειοκρατία, τότε η επίδραση συνεχίζεται για χρόνια.
Αν μια ενεργειακή επένδυση μειώσει μόνιμα το κόστος παραγωγής, τότε δημιουργείται ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Αυτό είναι το ζητούμενο.
Όχι απλώς να ξοδευτούν τα χρήματα, αλλά να δημιουργηθεί οικονομία που παράγει περισσότερο αφού τα χρήματα τελειώσουν.
Και εδώ η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει
Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να παρουσιάζει το «Ελλάδα 2.0» ως επιτυχία. Και υπάρχουν πράγματι στοιχεία που δικαιολογούν έναν θετικό απολογισμό.
Αλλά η πολιτική επικοινωνία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την οικονομική πραγματικότητα.
Ούτε αρκεί να πούμε ότι «δεν χάθηκε ούτε ευρώ».
Το ότι απορροφήθηκαν τα χρήματα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αξιοποιήθηκαν με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο.
Η πραγματική αξιολόγηση πρέπει να γίνει με άλλους δείκτες:
Πόσο αυξήθηκε η παραγωγικότητα;
Πόσο ενισχύθηκαν οι εξαγωγές;
Πόσες νέες παραγωγικές επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν;
Πόσο αυξήθηκαν οι πραγματικοί μισθοί;
Πόσο μειώθηκε η γραφειοκρατία;
Πόσο βελτιώθηκε η ανταγωνιστικότητα;
Και, κυρίως, πόσο από αυτή την πρόοδο θα παραμείνει μετά το τέλος του Ταμείου;
Η δική μας θέση για το Ταμείο Ανάκαμψης
Το «Ελλάδα 2.0» δεν είναι αποτυχία.
Αλλά δεν είναι ούτε η μεγάλη μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας που παρουσιάστηκε το 2021.
Είναι μια μεγάλη ευκαιρία που αξιοποιήθηκε σε σημαντικό βαθμό, αλλά η τελική της επιτυχία παραμένει ανοιχτή.
Και αυτό δεν είναι αντιπολιτευτική θέση.
Είναι οικονομικός ρεαλισμός.
Τα 36 δισ. ευρώ έδωσαν στην Ελλάδα κάτι που σπάνια είχε στην πρόσφατη ιστορία της: χρόνο, χρήματα και δυνατότητα επενδύσεων.
Τώρα όμως έρχεται η δύσκολη στιγμή.
Το πάρτι των ευρωπαϊκών δισεκατομμυρίων τελειώνει.
Από εδώ και πέρα δεν θα υπάρχει η δικαιολογία ότι «δεν υπήρχαν χρήματα».
Η Ελλάδα θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επενδύει, να παράγει, να εξάγει και να αυξάνει την παραγωγικότητά της με τις δικές της δυνάμεις.
Και αυτή είναι η πραγματική απάντηση για τα 36 δισ.
Δεν πήγαν χαμένα.
Αλλά ούτε και δικαιώθηκαν ακόμη.
Το εάν το «Ελλάδα 2.0» ήταν ιστορική επιτυχία ή μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία θα το γνωρίζουμε πολύ καλύτερα το 2029-2030.
Τότε θα φανεί εάν η Ελλάδα απέκτησε έναν νέο αναπτυξιακό κινητήρα ή απλώς κινήθηκε γρηγορότερα για όσο διάστημα υπήρχε καύσιμο.
Και αυτό, τελικά, είναι το μόνο fact-check που έχει πραγματικά σημασία.