Μια νέα περίοδος έντονης αστάθειας διαμορφώνεται στον παγκόσμιο τομέα των τροφίμων, καθώς ο συνδυασμός πολεμικών συγκρούσεων, προβλημάτων στις θαλάσσιες μεταφορές και ακραίων κλιματικών συνθηκών ασκεί πρωτοφανείς πιέσεις στις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Από τα σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας έως τα λιπάσματα που διακινούνται μέσω των Στενών του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας, η αβεβαιότητα διαπερνά ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης, δηλώνοντας χαρακτηριστικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: «Το παγκόσμιο επισιτιστικό σύστημα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με την “καταιγίδα του αιώνα”».
Άνοδος τιμών και κόστους μεταφοράς
Οι διεθνείς αγορές έχουν ήδη αρχίσει να καταγράφουν τις επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων. Συγκεκριμένα:
- Το σιτάρι σημειώνει άνοδο που υπερβαίνει το 30% από την έναρξη του 2026.
- Τα έξοδα για τις θαλάσσιες μεταφορές σε κρίσιμους εμπορικούς διαδρόμους έχουν αυξηθεί κατά περίπου 50%.
Ενδεικτική είναι η κατάσταση στις μεταφορές από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Νοτιοανατολική Ασία, όπου το υψηλό κόστος των ναύλων επιβαρύνει σημαντικά τη διακίνηση των αγαθών. Ο διεθνής δείκτης τιμών τροφίμων ανήλθε τον Σεπτέμβριο στις 136 μονάδες, φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο από τον Νοέμβριο του 2022, με μηνιαία άνοδο 1,5% και ετήσια ενίσχυση 5,8%. Οι ανατιμήσεις επηρεάζουν ευρύ φάσμα ειδών, όπως τα φυτικά έλαια και τη ζάχαρη, επιβαρύνοντας τη βιομηχανία τροφίμων.
Η γεωπολιτική διάσταση και η κριτική κατά της Μόσχας
Η κλιμάκωση των επιθέσεων σε υποδομές της Μαύρης Θάλασσας εντείνει τις ανησυχίες. Η Κάγια Κάλας κατήγγειλε στο Στρασβούργο ότι η Ρωσία θέτει σε κίνδυνο την επισιτιστική ασφάλεια, ιδίως για τις χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Αναφερόμενη στις πρόσφατες επιθέσεις, υπογράμμισε: «Έξι επιθέσεις σε δέκα ημέρες από drones που θεωρούνται ύποπτα ως ρωσικά συνιστούν επικίνδυνη και απαράδεκτη κλιμάκωση στη Μαύρη Θάλασσα». Η ευρωπαία αξιωματούχος τόνισε ότι η Ρωσία χρησιμοποιεί την τροφή ως μέσο πίεσης, πλήττοντας λιμάνια, αποθήκες σιτηρών και εμπορικά πλοία. Παρά το γεγονός ότι τα παγκόσμια αποθέματα είναι σήμερα υψηλότερα από το 2022, όταν είχαν αποκλειστεί 20 εκατομμύρια τόνοι σιτηρών, οι κίνδυνοι παραμένουν υπαρκτοί, με την ίδια να καλεί τη Μόσχα σε μορατόριουμ επιθέσεων.
Επιπτώσεις στις θαλάσσιες οδούς και τον καιρό
Το πρόβλημα επεκτείνεται πέρα από την Ουκρανία. Η ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αναγκάζει τα πλοία σε μεγαλύτερες διαδρομές γύρω από την Αφρική, αυξάνοντας τον χρόνο και το κόστος παράδοσης. Παράλληλα, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις τιμές των καυσίμων και τη διακίνηση λιπασμάτων από τον Ορμούζ. Στις γεωπολιτικές αυτές πιέσεις προστίθεται το φαινόμενο Ελ Νίνιο, το οποίο έχει προκαλέσει ξηρασία στην Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία, απειλώντας τις μελλοντικές συγκομιδές. Η Κάγια Κάλας επισήμανε ότι ο συνδυασμός ξηρασίας, πολεμικών συγκρούσεων και δυσχερειών στις εξαγωγές λιπασμάτων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον για τη διαθεσιμότητα αγροτικών προϊόντων.
Αντίκτυπος σε εθνικό επίπεδο και μελλοντικές προοπτικές
Οι πρώτες επιπτώσεις είναι ήδη αισθητές σε πολλές χώρες: στην Ινδονησία οι εισαγωγές σιταριού μειώθηκαν κατά 41% τον Σεπτέμβριο σε σχέση με το 2025, στην Αίγυπτο το μη επιδοτούμενο ψωμί ακρίβυνε κατά 25%, ενώ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το μαγειρικό λάδι κατέγραψε άνοδο 40%. Ο Μάξιμο Τορέρο του FAO εκτιμά ότι οι πιέσεις θα ενταθούν στα τέλη του 2026 και στις αρχές του 2027, καθώς τα αποθέματα μειώνονται και μεγάλοι εισαγωγείς επιστρέφουν στις αγορές. Ο Αλεξάντερ Καραβάιτσεφ του International Grains Council προειδοποιεί ότι η επάνοδος των αγοραστών αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω ανατιμήσεων.
Για την Ελλάδα, όπου ο αγροδιατροφικός τομέας αποτελεί πυλώνα των εξαγωγών με 9,04 δισ. ευρώ το 2025, η κατάσταση δημιουργεί νέες προκλήσεις. Παρά την αύξηση των εξαγωγών κατά 9,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν το αυξημένο κόστος ενέργειας, ζωοτροφών και μεταφορών. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας χωρίς τη συμπίεση των κερδών αποτελεί το κεντρικό ζητούμενο, με τις εταιρείες να εστιάζουν πλέον στη διαχείριση αποθεμάτων και την αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών. Η πορεία της παγκόσμιας αγοράς παραμένει συνδεδεμένη με την εξέλιξη των συγκρούσεων και τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών, διατηρώντας το κλίμα αβεβαιότητας για το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας.