ΔΝΤ: αναμονή στην Ευρώπη για την ανάλυση των επιτοκίων.

Καθώς αυξάνονται οι προσδοκίες για ταχύτερη νομισματική χαλάρωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), οι αγορές περιμένουν από την πρόεδρο Λαγκάρντ να αναλύσει τα επόμενα βήματα όσον αφορά τις μειώσεις των επιτοκίων και την παροχή ρευστότητας.

Στη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής αναμένεται να σημειωθεί η τρίτη μείωση των επιτοκίων του ευρώ από τον περασμένο Ιούνιο. Οι προσδοκίες είναι για μείωση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, αλλά πολλοί πιστεύουν ότι η ΕΚΤ θα είναι πιο τολμηρή και θα μειώσει τα επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης. Απώτερος στόχος είναι να μειωθεί το επιτόκιο του ευρώ στο επίπεδο του μέσου πληθωρισμού, δηλαδή στο 2%, το συντομότερο δυνατό έως το 2025.

Σε κάθε περίπτωση, οι αγορές περιμένουν με ανυπομονησία τα σχέδια για την επιτάχυνση της νομισματικής πολιτικής χαλάρωσης. Το υπόβαθρο είναι ότι οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης αντιμετωπίζουν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι η οικονομία της θα συρρικνωθεί κατά 0,2% το 2024, σηματοδοτώντας το δεύτερο συνεχές έτος ύφεσης από 0,3% το 2023. Η Ιταλία θα πρέπει να εργαστεί σκληρά για να συγκεντρώσει τα σχεδόν 700 δισ. ευρώ που απαιτούνται από την αγορά για την αναχρηματοδότηση του χρέους της, το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 2,7 τρισ. ευρώ (138% του ΑΕΠ). Η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, αντιμετωπίζει σήμερα παρόμοια προβλήματα, με το έλλειμμα να αναμένεται να ξεπεράσει το 6% του ΑΕΠ φέτος και το χρέος να φτάνει το 118% του ΑΕΠ.

Την ίδια στιγμή, η οικονομική ανάπτυξη στις τρεις «μεγάλες» χώρες της ευρωζώνης μόλις που πλησιάζει το 1%. Με άλλα λόγια, οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης θα κληθούν να πληρώσουν επιτόκια που δεν μπορούν να αντέξουν οι οικονομίες τους. Στην ίδια κατηγορία εμπίπτουν η υπόλοιπη νότια Ευρώπη (Ισπανία και Πορτογαλία) και η Ελλάδα, η οποία τα πηγαίνει καλύτερα από τη βόρεια Ευρώπη. Αυτό που σώζει την Ελλάδα από τα υψηλά επιτόκια είναι το γεγονός ότι το ετήσιο δανειακό της πρόγραμμα για το 2024 και το 2025 δεν θα υπερβαίνει τα 8-10 δισ. ευρώ.

Επανεπένδυση του PEPP
Στις εκτιμήσεις της ΕΚΤ κατά τη σημερινή συνεδρίαση του Συμβουλίου της ΕΚΤ και τη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής που θα ακολουθήσει θα πρέπει να συμπεριληφθεί ότι, με βάση όσα έχουν ήδη ανακοινωθεί, η επανεπένδυση στο πλαίσιο του Προσωρινού Προγράμματος Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων κατά την Πανδημία (PEPP) ύψους 1,64 τρισ. ευρώ που άντλησε η ΕΚΤ κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα σταματήσει επίσης μετά το τέλος του έτους. Αυτό αναμένεται να δημιουργήσει περαιτέρω πίεση στους διαχειριστές χρέους, οι οποίοι θα πρέπει να δανειστούν περισσότερο από την αγορά για να χρηματοδοτήσουν την αποπληρωμή των ομολόγων της ΕΚΤ που λήγουν.

Χρηματοδότηση της οικονομίας
Ωστόσο, εκτός από την πολύ αργή επιβράδυνση των προβλημάτων χρέους της ευρωζώνης, το ζήτημα της χρηματοδότησης της οικονομίας θα γίνει πιο πιεστικό από το επόμενο έτος. Και αυτό διότι χιλιάδες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν δάνεια που έχουν λάβει πριν αρχίσουν να αυξάνονται τα επιτόκια. Νέος δανεισμός με υψηλά επιτόκια θα σημάνει ακόμη χειρότερες πτήσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία, περικοπές θέσεων εργασίας και αύξηση της ανεργίας. Όλα αυτά λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές εκλογές, οι οποίες θα καθορίσουν μια νέα εποχή στον οικονομικό ανταγωνισμό της ευρωζώνης με την Κίνα και τις ΗΠΑ.

Ειδήσεις και νέα από Πάτρα και όλη την Ελλάδα. Η άλλη ματια στην ενημέρωση.

Ακολουθήστε μας στα Social Media

Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 242001