Προφυλακιστέοι κρίθηκαν μετά τις μαραθώνιες απολογίες τους ο μέχρι πρότινος ηγούμενος της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων, ο ιερομόναχος βοηθός του και ακόμη τέσσερα άτομα, τα οποία κατηγορούνται για συμμετοχή σε κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας με κέντρο τη μονή.
Οι έξι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στη φυλακή αργά το βράδυ της Παρασκευής, έπειτα από 13 ώρες απολογιών στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου.
Σε βάρος τους έχει σχηματιστεί δικογραφία για κακουργηματικές πράξεις, μεταξύ των οποίων και η διεύθυνση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση. Όλοι αρνούνται τις κατηγορίες.
Τι υποστηρίζουν οι μοναχοί
Ο ηγούμενος ισχυρίστηκε πως τα αντικείμενα βρέθηκαν νόμιμα στην κατοχή του και ότι επρόκειτο για προσωπική συλλογή που είχε απλώς παραλείψει να δηλώσει. «Δεν υπήρχε πρόθεση αγοραπωλησίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ανάλογη υπερασπιστική γραμμή ακολούθησε και ο βοηθός του. Όπως είπε, τα αντικείμενα δεν ανήκαν στην εκκλησία, αλλά αποτελούσαν προσωπικά κειμήλια που προέρχονταν από οικογενειακές δωρεές και είχαν συναισθηματική αξία.
Σε εξέλιξη οι έρευνες για το άγαλμα των 10 εκατ. ευρώ
Την ίδια ώρα, συνεχίζονται οι έρευνες των Αρχών σε χωράφια γύρω από τη Μονή για τον εντοπισμό ενός μπρούτζινου αγάλματος, ύψους1,80 μέτρων, το οποίο φέρεται να είχε στην κατοχή του ο ηγούμενος και να επιχειρούσε να πουλήσει έναντι 10 εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο συλληφθείς ιερωμένος ισχυρίστηκε ότι έχει στην κατοχή του, «άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος» που θα πουλούσε για 10 εκατ. ευρώ.
Σε συζήτηση που φέρεται να είχε ο ηγούμενος με τους δύο αστυνομικούς, οι οποίοι υποδύονταν τους μεσάζοντες, τους αποκάλυψε ότι είχε την κατοχή του μπρούτζινο άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος, ύψους 1,80 μέτρων, το οποίο ήταν πρόθυμος να το πουλήσει.
Όταν οι αστυνομικοί ζήτησαν να δουν το άγαλμα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να τους το δείξει, γιατί το έχει θάψει σε χωράφι και μόνο όταν βρεθεί ο κατάλληλος αγοραστής, θα ξεκινούσε τις διαδικασίες.
Έρευνες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε χωράφι κοντά στο ιερό της Θεάς Αρτέμιδος, στους Αρχαίους Λουσούς, παρουσία εισαγγελέα και εκπροσώπου του Υπουργείου Πολιτισμού.
—
Tι αναφέρει η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ για τις συλλήψεις
Πρέπει να διερευνηθεί πώς έφτασαν τα κειμήλια στα χέρια των μοναχών
«Το αποτέλεσμα της έρευνας εξέπληξε και τους αστυνομικούς που ασχολήθηκαν με την υπόθεση» τόνισε η εκπρόσωπος τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου αναφερόμενη στην υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα.
«Ίσως, κάποιες στιγμές, τουλάχιστον οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι κάποια από τα μέλη του κυκλώματος ίσως υποψιάστηκαν ότι μπορεί να πρόκειται για αστυνομικούς, χωρίς βέβαια να έχουν κάποιο στοιχείο να το αποδείξουν. Γιατί οι συνάδελφοι είχαν αρκετές γνώσεις πάνω σε αυτά τα αντικείμενα, οπότε μπορούσαν να καθοδηγήσουν το κύκλωμα και να πείσουν ότι πρόκειται για αγοραστές. Οι μοναχοί όμως σίγουρα δεν αντιλήφθηκαν ότι πρόκειται για αστυνομικούς. Αυτό τουλάχιστον διαπίστωσαν και κατά τη διάρκεια των συλλήψεων. Μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν κατάλαβαν ότι πρόκειται να συλληφθούν ουσιαστικά από την αστυνομία» περιέγραψε η κα Δημογλίδου.
«Η καταγγελία που έλαβαν οι αστυνομικοί από την Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος αφορούσε σε ένα κύκλωμα το οποίο περιελάμβανε μόνο πωλητές. Δεν γνωρίζαμε τίποτα αρχικά για τους μοναχούς. Για κάποια μέλη ενός κυκλώματος, οι οποίοι πραγματοποιούν και οι ίδιοι ανασκαφές αναζητώντας αρχαία αντικείμενα και αντικείμενα τα οποία υπάγονται στο νόμο περί αρχαιοτήτων και προχωρούν στην παράνομη πώληση αυτών και πολλές φορές μάλιστα τα προωθούν και στο εξωτερικό, αναφέρθηκε στην καταγγελία η Γερμανία και η Κύπρος» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το πολύ δύσκολο σε αυτή την υπόθεση ήταν ότι οι αστυνομικοί είχαν πολύ μικρό χρονικό διάστημα για να την διερευνήσουν, εξήγησε η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας.
«Όταν συστάθηκε η ομάδα και προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τα μέλη του κυκλώματος ώστε να τους πείσει ότι πρόκειται όντως για πραγματικούς αγοραστές, διαπίστωσαν ότι τα μέλη του κυκλώματος προσπαθούσαν πολύ γρήγορα σε σύντομο χρονικό διάστημα να πουλήσουν αυτά τα αντικείμενα, οπότε υπήρχε ο φόβος να βρεθεί κάποιος αγοραστής με καλύτερη προσφορά, να το πω έτσι απλά και να χάσουμε εμείς την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι αστυνομικοί κατάφεραν όντως να πείσουν, λόγω και των ιδιαίτερων γνώσεων που διαθέτουν στο τμήμα αρχαιοκαπηλίας οι συνάδελφοι, ότι πρόκειται για αγοραστές και ότι ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα αντικείμενα και μετά από αρκετές συναντήσεις με τους με τα μέλη του κυκλώματος ήλθαν σε επαφή και με τους μοναχούς, ώστε να παραλάβουν φυσικά με οικονομικό αντάλλαγμα τα αντικείμενα προς πώληση» περιέγραψε.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι υπήρχαν και κάποια νομίσματα αρχαία, ανέφερε η κα Δημογλίδου, τα οποία μάλιστα υπέδειξαν κάποια από τα μέλη του κυκλώματος στους αστυνομικούς ώστε να επιλέξουν αν θέλουν να αγοράσουν ορισμένα από αυτά. Στη συνέχεια αναφέρθηκε ότι υπάρχουν παλιές βυζαντινές εικόνες προς πώληση τουλάχιστον, δεκαεπτά, όπως επίσης και κάποια Ευαγγέλια που χρονολογούνται λίγο μετά το 1700.
«Σκεφτείτε, η αξία ακόμη δεν έχει υπολογιστεί. Δεν έχει αναφερθεί ακριβώς στην αστυνομία ποια μπορεί να είναι η αξία όλων αυτών των αντικειμένων που εν τέλει βρέθηκαν στην κατοχή των μοναχών» επεσήμανε η ίδια.
Επιπλέον, θα πρέπει να διερευνηθεί, αν υπήρχαν επαφές και με άλλες μονές, κάτι το οποίο δεν προκύπτει μέχρι στιγμής, γι’ αυτό ακριβώς και δεν υπάρχουν άλλοι εμπλεκόμενοι στην δικογραφία, συμπλήρωσε η κα Δημογλίδου. «Όπως επίσης πρέπει να γίνει μία πολύ μεγάλη έρευνα, από πού προέρχονται αυτά τα αντικείμενα που βρέθηκαν στη Μονή, αν είναι περιουσία της Μονής, αν ανήκαν παλαιότερα σε άλλη μονή, πώς έφτασαν τέλος πάντων στα χέρια των μοναχών» πρόσθεσε η Εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ.
Προφυλακιστέοι κρίθηκαν μετά τις μαραθώνιες απολογίες τους ο μέχρι πρότινος ηγούμενος της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων, ο ιερομόναχος βοηθός του και ακόμη τέσσερα άτομα, τα οποία κατηγορούνται για συμμετοχή σε κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας με κέντρο τη μονή.
Οι έξι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στη φυλακή αργά το βράδυ της Παρασκευής, έπειτα από 13 ώρες απολογιών στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου.
Σε βάρος τους έχει σχηματιστεί δικογραφία για κακουργηματικές πράξεις, μεταξύ των οποίων και η διεύθυνση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση. Όλοι αρνούνται τις κατηγορίες.
Τι υποστηρίζουν οι μοναχοί
Ο ηγούμενος ισχυρίστηκε πως τα αντικείμενα βρέθηκαν νόμιμα στην κατοχή του και ότι επρόκειτο για προσωπική συλλογή που είχε απλώς παραλείψει να δηλώσει. «Δεν υπήρχε πρόθεση αγοραπωλησίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ανάλογη υπερασπιστική γραμμή ακολούθησε και ο βοηθός του. Όπως είπε, τα αντικείμενα δεν ανήκαν στην εκκλησία, αλλά αποτελούσαν προσωπικά κειμήλια που προέρχονταν από οικογενειακές δωρεές και είχαν συναισθηματική αξία.
Σε εξέλιξη οι έρευνες για το άγαλμα των 10 εκατ. ευρώ
Την ίδια ώρα, συνεχίζονται οι έρευνες των Αρχών σε χωράφια γύρω από τη Μονή για τον εντοπισμό ενός μπρούτζινου αγάλματος, ύψους1,80 μέτρων, το οποίο φέρεται να είχε στην κατοχή του ο ηγούμενος και να επιχειρούσε να πουλήσει έναντι 10 εκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο συλληφθείς ιερωμένος ισχυρίστηκε ότι έχει στην κατοχή του, «άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος» που θα πουλούσε για 10 εκατ. ευρώ.
Σε συζήτηση που φέρεται να είχε ο ηγούμενος με τους δύο αστυνομικούς, οι οποίοι υποδύονταν τους μεσάζοντες, τους αποκάλυψε ότι είχε την κατοχή του μπρούτζινο άγαλμα της θεάς Αρτέμιδος, ύψους 1,80 μέτρων, το οποίο ήταν πρόθυμος να το πουλήσει.
Όταν οι αστυνομικοί ζήτησαν να δουν το άγαλμα, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να τους το δείξει, γιατί το έχει θάψει σε χωράφι και μόνο όταν βρεθεί ο κατάλληλος αγοραστής, θα ξεκινούσε τις διαδικασίες.
Έρευνες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε χωράφι κοντά στο ιερό της Θεάς Αρτέμιδος, στους Αρχαίους Λουσούς, παρουσία εισαγγελέα και εκπροσώπου του Υπουργείου Πολιτισμού.
—
Tι αναφέρει η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ για τις συλλήψεις
Πρέπει να διερευνηθεί πώς έφτασαν τα κειμήλια στα χέρια των μοναχών
«Το αποτέλεσμα της έρευνας εξέπληξε και τους αστυνομικούς που ασχολήθηκαν με την υπόθεση» τόνισε η εκπρόσωπος τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου αναφερόμενη στην υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στα Καλάβρυτα, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα.
«Ίσως, κάποιες στιγμές, τουλάχιστον οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι κάποια από τα μέλη του κυκλώματος ίσως υποψιάστηκαν ότι μπορεί να πρόκειται για αστυνομικούς, χωρίς βέβαια να έχουν κάποιο στοιχείο να το αποδείξουν. Γιατί οι συνάδελφοι είχαν αρκετές γνώσεις πάνω σε αυτά τα αντικείμενα, οπότε μπορούσαν να καθοδηγήσουν το κύκλωμα και να πείσουν ότι πρόκειται για αγοραστές. Οι μοναχοί όμως σίγουρα δεν αντιλήφθηκαν ότι πρόκειται για αστυνομικούς. Αυτό τουλάχιστον διαπίστωσαν και κατά τη διάρκεια των συλλήψεων. Μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν κατάλαβαν ότι πρόκειται να συλληφθούν ουσιαστικά από την αστυνομία» περιέγραψε η κα Δημογλίδου.
«Η καταγγελία που έλαβαν οι αστυνομικοί από την Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος αφορούσε σε ένα κύκλωμα το οποίο περιελάμβανε μόνο πωλητές. Δεν γνωρίζαμε τίποτα αρχικά για τους μοναχούς. Για κάποια μέλη ενός κυκλώματος, οι οποίοι πραγματοποιούν και οι ίδιοι ανασκαφές αναζητώντας αρχαία αντικείμενα και αντικείμενα τα οποία υπάγονται στο νόμο περί αρχαιοτήτων και προχωρούν στην παράνομη πώληση αυτών και πολλές φορές μάλιστα τα προωθούν και στο εξωτερικό, αναφέρθηκε στην καταγγελία η Γερμανία και η Κύπρος» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το πολύ δύσκολο σε αυτή την υπόθεση ήταν ότι οι αστυνομικοί είχαν πολύ μικρό χρονικό διάστημα για να την διερευνήσουν, εξήγησε η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας.
«Όταν συστάθηκε η ομάδα και προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τα μέλη του κυκλώματος ώστε να τους πείσει ότι πρόκειται όντως για πραγματικούς αγοραστές, διαπίστωσαν ότι τα μέλη του κυκλώματος προσπαθούσαν πολύ γρήγορα σε σύντομο χρονικό διάστημα να πουλήσουν αυτά τα αντικείμενα, οπότε υπήρχε ο φόβος να βρεθεί κάποιος αγοραστής με καλύτερη προσφορά, να το πω έτσι απλά και να χάσουμε εμείς την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. Ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε. Οι αστυνομικοί κατάφεραν όντως να πείσουν, λόγω και των ιδιαίτερων γνώσεων που διαθέτουν στο τμήμα αρχαιοκαπηλίας οι συνάδελφοι, ότι πρόκειται για αγοραστές και ότι ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα αντικείμενα και μετά από αρκετές συναντήσεις με τους με τα μέλη του κυκλώματος ήλθαν σε επαφή και με τους μοναχούς, ώστε να παραλάβουν φυσικά με οικονομικό αντάλλαγμα τα αντικείμενα προς πώληση» περιέγραψε.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι υπήρχαν και κάποια νομίσματα αρχαία, ανέφερε η κα Δημογλίδου, τα οποία μάλιστα υπέδειξαν κάποια από τα μέλη του κυκλώματος στους αστυνομικούς ώστε να επιλέξουν αν θέλουν να αγοράσουν ορισμένα από αυτά. Στη συνέχεια αναφέρθηκε ότι υπάρχουν παλιές βυζαντινές εικόνες προς πώληση τουλάχιστον, δεκαεπτά, όπως επίσης και κάποια Ευαγγέλια που χρονολογούνται λίγο μετά το 1700.
«Σκεφτείτε, η αξία ακόμη δεν έχει υπολογιστεί. Δεν έχει αναφερθεί ακριβώς στην αστυνομία ποια μπορεί να είναι η αξία όλων αυτών των αντικειμένων που εν τέλει βρέθηκαν στην κατοχή των μοναχών» επεσήμανε η ίδια.
Επιπλέον, θα πρέπει να διερευνηθεί, αν υπήρχαν επαφές και με άλλες μονές, κάτι το οποίο δεν προκύπτει μέχρι στιγμής, γι’ αυτό ακριβώς και δεν υπάρχουν άλλοι εμπλεκόμενοι στην δικογραφία, συμπλήρωσε η κα Δημογλίδου. «Όπως επίσης πρέπει να γίνει μία πολύ μεγάλη έρευνα, από πού προέρχονται αυτά τα αντικείμενα που βρέθηκαν στη Μονή, αν είναι περιουσία της Μονής, αν ανήκαν παλαιότερα σε άλλη μονή, πώς έφτασαν τέλος πάντων στα χέρια των μοναχών» πρόσθεσε η Εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ.