Φωτογραφία: Κωστάντζα Αντωνοπούλου-Οικονόμου.
Γράφει η ιστορικός Γιώτα Καΐκα- Μαντανίκα
Όταν ετοίμαζα το βιβλίο “ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ” ήρθα σε επαφή με πρόσωπα, τα οποία μπορούσαν να μου δώσουν διάφορες πληροφορίες. Ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα ήταν και η Κωστάντζα Αντωνοπούλου-Οικονόμου, της οποίας η οικογένεια είναι γνωστό ότι έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της Αχάια Κλάους.
Σε κάποια από τις συναντήσεις μας η Κωστάντζα-Αντωνοπούλου Οικονόμου μου δώρισε ένα βιβλίο του αδελφού της Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου με τίτλο “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΜΠΕΛΩΝΩΝ” . Όταν τελείωσα το διάβασμα του Ημερολογίου, ένιωσα ότι ήταν ένα ξεχωριστό βιβλίο καi καλοτύχισα τον εαυτό μου, γι’ αυτό το δώρο που μου έλαχε . Αναγνώρισα ένα συγγραφέα ποιητή, φιλόσοφο. Στο Ημερολόγιο του Κ. Αντωνόπουλου εμπλέκεται η ποίηση, η φιλοσοφία, η ευαισθησία, η φαντασία με τις υπέροχες περιγραφές του , αλλά και σκηνές από τη ζωή του μέσα στο οινοχωριό της Αχάια Κλάους . Έτσι αποφάσισα να γράψω για τον Κ. Αντωνόπουλο -σε δύο ενότητες- , επειδή, ακριβώς, πιστεύω ότι πρέπει να μαθαίνουμε και να μην ξεχνάμε ανθρώπους, οι οποίοι δεν πρόλαβαν στη ζωή τους να ολοκληρώσουν το όραμά τους, αλλά άφησαν ένα πολύ γερό αποτύπωμα.

Κωστάντζα Αντωνοπούλου-Οικονόμου. Εξώφυλλο στις Εικόνες. 1956
Στην εφημερίδα “Πελοπόννησος” της Πάτρας στις 23 Φεβρουαρίου του 1994 διαβάζουμε ότι κεραυνοβολήθηκε η κοινωνία της Πάτρας με τον τραγικό θάνατο, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, του Κωνσταντίνου Αλέκου Αντωνόπουλου, σε ηλικία μόλις 46 ετών.
Αλλά προς τί τα δημοσιεύματα και αφιερώματα φίλων; Επειδή υπήρξε γόνος μιας παλιάς οικογένειας της Πάτρας, της ανώτερης τάξης ή γιατί με τα έργα του, έως τότε, είχε δείξει ότι ήταν ένας ιδιαίτερος τύπος πατρινού. Ένας πατρινός κοσμοπολίτης, μπολιασμένος με κουλτούρα και γνώσεις, όχι μόνο, ευρωπαϊκή και ο οποίος προδιέγραφε μία πορεία εξαιρετική και πρωτοποριακή, για εκείνη την εποχή, στο χώρο της οινοποιίας.
Ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος ήταν γιος του Αλέκου και της Ελένης Αντωνοπούλου. Γεννήθηκε στις 23.4.1948 στην Πάτρα και σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις 21.2.1994. Ο πατέρας του Αλέκος Αντωνόπουλος υπήρξε διευθυντής του Χημείου της Αχάια Κλάους, αφού είχε σπουδάσει οινολόγος-χημικός μηχανικός και στο Χημείο του έφτιαχνε κρασί για πενήντα χρόνια, όπως μας πληροφορεί ο Κωνσταντίνος. Ο Αλέκος και η Ελένη απόκτησαν δύο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και την Κωστάντζα Αντωνοπούλου-Οικονόμου.
Αλεκος Αντωνόπουλος στο Χημείο του. Φωτ. Κωστάντζα-Αντωνοπούλου
Υπήρξε πολυσχιδής χαρακτήρας, οξυδερκέστατος με έφεση για συνεχή μόρφωση επί παντός επιστητού. Μιλούσε τέσσερις γλώσσες, αλλά είχε και καλλιτεχνικές τάσεις. Ήταν σπουδαίος ηθοποιός -μίμος, ζωγράφος, μουσικός και μάλιστα με τον επιστήθιο φίλο του, από τα μικρά του χρόνια, Άλμπερτ Μπάρρυ και τον αδελφό του, είχαν δημιουργήσει ένα μικρό συγκρότημα και έπαιζαν μουσική σε πάρτυ και γιορτές. Έδειξε, όμως, από ενωρίς ενδιαφέρον και για την ποίηση και μάλιστα είχε βραβευτεί από το Περιοδικό Αλφα το 1966.
Το Ημερολόγιό του Κ. Αντωνόπουλου , που εκδόθηκε στην Πάτρα το 1996, με πολύ καλό προοίμιο από το δικηγόρο-ιστορικό Χρήστο Μούλια, είναι διανθισμένο με τις σχετικές για το κρασί φωτογραφίες του Κ. Αντωνόπουλου, αλλά και υπέροχες εικόνες με περιγραφές τοπίων και γεγονότων, καθώς και αποσπάσματα, σκέψεις Ελλήνων και ξένων ποιητών και απλών εργατών του οίνου.

Κ. Αντωνόπουλος -Άλμπερτ Μπάρυ. Φωτογραφία Άλμπερτ Μπάρρυ
Η φιλοσοφία του για το κρασί και γενικότερα για τα πράγματα συνοψίζεται σε δύο ρήσεις που ο ίδιος χρησιμοποιούσε: « στα όνειρα γεννιούνται οι ευθύνες» και « αν θες να κάνεις κάτι , να το κάνεις, αλλά κάνε το καλά» ( τη δεύτερη έκφραση συνήθιζε να την λέει ιταλιστί) και «η ποιότητα στην οινική φιλοσοφία δεν επιβάλλεται αλλά υποβάλλεται».
Η όλη σοφία του και το πως έβλεπε τη ζωή, αλλά και την πορεία του στην οινοποιία την συναντάμε σε αρκετά σημεία του Ημερολογίου.

Κ. Αντωνόπουλος. Μπολόνια. Φωτογραφία Άλμπερτ Μπάρρυ.
Για το σπίτι του στα Ψηλαλώνια, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, διαβάζουμε: «Το σπίτι αυτό ήταν η πειθαρχία και η προγραμματισμένη δουλειά -οι αντιστάσεις που έχει ανάγκη η ευαισθησία για να δημιουργήσει όπως ο ατμός για να μην χαθεί και γίνει καταχνιά, και σύννεφο και βροχή, όπως έλεγε ο Σεφέρης» .
Για τα Ψηλαλώνια, που απλώνονται και σήμερα μπροστά από το πατρικό του σπίτι διαβάζουμε: « Τα όμορφα Ψηλαλώνια…υιοθέτησα από νωρίς σαν το δικό μου κήπο, και από τότε οι μεγάλοι ανοικτοί χώροι, τα καλλιεργημένα κομμάτια γης με γοήτευαν, Μου αρέσει η μυρωδιά του οργωμένου αγρού, το βρεμμένο χώμα, τα χρώματα που αλλάζουνε τις εποχές, ο ρυθμός και η ισορροπία της γης, η δύναμη που έχει να σου δείχνει αυτοστιγμί το πότε κάνεις λάθος. Τη γη, το χώμα, το κρασί και τη γλώσσα, για να τα υποτάξεις πρέπει πρώτα να τα γνωρίσεις καλά . Ύστερα να υποταχτείς σ΄αυτά, για να σε κυριεύσουν ολοκληρωτικά, χωρίς όρους. Και, στο τέλος, βλέποντας σωστά και με μέτρο τα περιθώριά τους ».
Το σπίτι, όπως είναι σήμερα
Έτσι, το ημερολόγιο αρχίζει με ένα απόσπασμα του Ezra Pound, που το νόημά του είναι: «τόλμησε να κάνεις αυτό που θέλεις και μην παραπαίεις». Διαβάζουμε , επίσης, λόγια του Άμλετ και της Οφηλίας, που του ήρθαν στο μυαλό, όταν πλέον δεν θα έβλεπε τη villa Costanza, το σπίτι που έμενε στο Οινόκαστρο- λόγω ειδικών συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί στην Οινοποιία εκείνη την περίοδο- και για την οποία περίοδο, που έζησε εκεί, μας πληροφορεί ότι: « …είταν χρόνια δημιουργίας, καταστάλαγμα ατέλειωτων δοκιμών και αποφάσεων, χρόνια που γνώρισα πολλούς ανθρώπους και αγάπησα την κοινωνικότητα που μου χάρισε απλόχερα το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της, χρόνια που μου έδωσαν την ευκαιρία να νιώσω Άνθρωπος»… Και στα δύο αποσπάσματα η βασική ιδέα είναι να προχωράς πάντα μπροστά. Επί πλέον διαβάζουμε ρητά-καταστάλαγμα ζωής- Ελλήνων , Γερμανών κλπ., απλών ανθρώπων-καλλιεργητών αμπελιών.
Εδώ (εννοεί στο χώρο της Αχάια Κλάους) η άνοιξη παρουσιάζεται γυμνή, με μια διάσταση που σε προκαλεί με ηδονική υπεροψία-χωρίς ποτέ να σε προδίδει- και η δύναμη της γέννησης, ένας ατελείωτος κύκλος, κάθε χρονιά. Ο Επιτάφιος τη Μεγάλη Παρασκευή και η Ανάστασητο Μέγα Σάββατο ( που γίνονται μέχρι και σήμερα στον ίδιο χώρο, στο εκκλησάκι του Άγιου Θωμά) είναι ώρες πραγματικές, καθώς οι αμπελώνες και τα ριγμένα φύλλα τους το χειμώνα και τα ακλάδωτα μπράτσα τους που σαν νεκρά χέρια κοιτούσαν τον ουρανό αυτούς τους μήνες, είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν πάλι.
Επιτάφιος. Φωτογραφία: Κωστάντζα Αντωνοπούλου Οικονόμου
Είναι, επίσης καταπληκτική η εικόνα της Αχάια Κλάους τον Οκτώβριο: «Τα χρώματα του Οκτωβρίου είναι σχεδόν μαγικά: το βουνό στο χάραμα σκιάζει όλο τον αμπελώνα και μόλις οι αχτίνες αγγίζουν τα φύλλα νοιώθεις μια γεύση διάφανης ύλης που τη συναντάς και πάλι μετά τις τρεις το μεσημέρι, πράσινο ανοιχτό και λαδί, μετά άλικο και στο τέλος κίτρινο ωχρό. Τα νεύρα στους λοβούς και τους κόλπους κρατώνται λες απογνωσμένα από τα κλαδιά που χάνουν τη ζωντάνια τους ώρα με την ώρα. Με τις πρώτες στάλες της βροχής το γυάλισμα του φύλλου σε τρελαίνει και το χώμα υποχωρεί ελαφριά στο πάτημά σου.
Τα πουρνάρια, οι βελανιδιές, οι κουκουναριές, τα κυπαρίσια και οι ελιές ένα γύρο ορίζουν το φυσικό όριο του αμπελώνα και ταιριάζουν απόλυτα, σαν να φυτεύτηκαν το ένα για το άλλο. Ο αμπελώνας αριστουργηματικό δείγμα γραμμικής καλλιέργειας σε Rupestris du lot και Berlandieri κλαδεμένος σε Royat φυτεμένος από τον πατέρα μου το πενήντα τρία …»
Ημερολόγιο: Κ. Αντωνόπουλος .
Σε άλλο σημείο βλέπουμε εικόνες και σκέψεις που του γενιούνται, παρατηρώντας καθημερινές εργασίες : « Όταν πριν χρόνια με ένα μονόϊνο διορθώναμε τον αμπελώνα στο Μπρακουμάδι, η αντίσταση της γης στη δύναμη του αλετριού μου θύμισε τον παφλασμό της τρικυμισμένης θάλασσας. Αυτή η κίνηση, το βούτηγμα του ατσαλιού στο χώμα το τράνταγμα, το σχίσιμο, το θρυμμάτισμα των σβόλων έμοιαζε σαν συνθηκολόγηση, αποδοχή και αναμονή συνάμα της μορφής των πραγμάτων που θα ακολουθούσαν και αυτές οι δυναμικές ισορροπίες οδηγούν τον τρόπο που διαλέγεις για να ζήσεις, γιατί η αισθητική, πρώτα γεννιέται από τον πόθο, κι’ ύστερα παίρνει μορφή. Όπως και η καινοτομία, πρώτα γεννιέται από το λογισμό και αργότερα γίνεται σχήμα. Έτσι λοιπόν και το κρασί για μένα δεν υπήρξε ποτέ απλή εφαρμογή τεχνολογίας και μεθόδων αλλά, τρόπος ζωής».
Αυτό το ημερολόγιο, όμως, μας δίνει, επίσης, τη δυνατότητα να «ρίξουμε» μια ματιά στην καθημερινότητα , που βίωνε στο Οινόκαστρο και τα μαθήματα που του έδωσαν διάφορα περιστατικά. « … Στη μια άκρη, κατά το βορριά υπήρχε μια δεξαμενή γεμάτη νερό, που κολυμπούσαμε με τα ξαδέλφια». Σε άλλο σημείο : «Η κυρά-Νίτσα, κυρά-Ολυμπία, κι αργότερα η Αγγελική, η Νένα, η Ελένη και τόσες άλλες νέες κοπελιές τότε φτιάχναν μουσταλευριά με τριμμένο καρύδι και τις “κοτσίδες” με τα ολόκληρα καρύδια περασμένα στο σπάγγο σαν πλεξούδα και βουτηγμένα στη μουσταλευριά.»
Αξίζει να καταγράψουμε και το περιστατικό με το φαγητό. Βρισκόμαστε στον Οκτώβρη του 1957 και ένα βράδυ, που έτρωγαν όλα τα παιδιά της οικογένειας, δηλ.μαζί και με τα ξαδέλφια του, το φαγητό ήταν πρώτο πιάτο μακαρόνια, και μετά λουκάνικα με πατάτες. Επειδή ο Κωνσταντίνος ήθελε να φάει τα λουκάνικα με τις πατάτες, αρνήθηκε κατηγορηματικά τα μακαρόνια, η μητέρα του τον έβαλε και κοιμήθηκε νηστικός . Όμως, την άλλη μέρα το μεσημέρι, που πεινούσε, έφαγε τα μακαρόνια αδιαμαρτύρητα και το μάθημα που πήρε ήταν: « μ’ έμαθε να εκτιμώ αυτό που είχα, όχι με στείρα μοιρολατρία, που οδηγεί σε αδιέξοδα, αλλά εκτιμώντας τον κόπο και τις θυσίες που κρύβονται πίσω από κάθε προσφορά».

Κλείνουμε αυτό το πρώτο μέρος με το περιστατικό του Σπούτνικ. Στις 4 Οκτωβρίου του 1957 άκουσε από το ραδιόφωνο την επιτυχή εκτόξευση του Σπούτνικ. Πίστεψε, λοιπόν, ότι ο ουρανός θα ερχότανε πιο κοντά του. Μετά από λίγες μέρες ένα σούρουπο με καθαρό ουρανό είδε να βγαίνει το φεγγάρι από το βουνό και μετά το βραδυνό φαγητό δεν ήθελε να κοιμηθεί , εάν δεν άγγιζε το φεγγάρι, αφού πίστευε ότι ήτανε κοντά . Δεν πήγαινε για ύπνο και όλοι του έλεγαν ότι αυτό ήταν αδύνατον. Τότε η δασκάλα του πήρε από το πλυσταριό ένα μεγάλο ξύλινο κουβά, τον γέμισε νερό, τον άφησε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού, το φεγγάρι καθρεφτίστηκε στο νερό και τον προσκάλεσε να το αγγίξει. Το μάθημα που πήρε με τον βαθύ συμβολισμό του ήταν: « …πράγματα που βλέπουμε και πιάνουμε καμμιά φορά, μπορεί να μην είναι και αληθινά. Μου θυμίζει συνεχώς από τότε ότι η αποδοχή, και η παραδοχή της πραγματικότητας μαζί με τη δημιουργική φαντασία δίνει διεξόδους σε καταστάσεις φαινομενικά ακατόρθωτες. Τέλος η αλλαγή της προοπτικής σε κατευθύνει σε εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν , κι’ έτσι , γλυτώνεις από φρούδες ελπίδες».