
Φωτογραφία : Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου
Ο Χ. Μούλιας στο προοίμιο του Λευκώματος του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΜΠΕΛΩΝΩΝ» τον χαρακτηρίζει αλχημιστή του παρελθόντος. Πράγματι, εάν δούμε την πορεία του στο χώρο της οινοποιίας και τον τρόπο που έφτιαχνε τα κρασιά του , τότε μας έρχεται στο νου ο αλχημιστής του παρελθόντος.
Η αλχημεία συνδύαζε τη φιλοσοφική θεώρηση και συγκεκριμένη πρακτική μέθοδο , με στόχο την κατάκτηση της απόλυτης σοφίας. Έχοντας ζήσει, λοιπόν, τον πατέρα του, ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, στο Χημείο της Αχάια Κλάους, να πειραματίζεται, ελέγχει, δοκιμάζει , για να δώσει τα καλλίτερα κρασιά, από μικρή ηλικία μπήκε στο πνεύμα της αλχημείας, του πειραματισμού, με στόχο το καλλίτερο κρασί. Επίσης, ακριβώς, λόγω της οικογενειακής του καταγωγής είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει και σπουδαίες εμπειρίες από κρασιά σε διάφορα μέρη που επισκέφτηκε.

Φωτογραφία: Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου.
Στο Milano ένα βράδυ του 1979 μαζί με τον πατέρα του και την αδελφή του σε ένα εστιατόριο διάλεξε ένα κρασί που πάντα ήθελε να το πιει, αλλά δεν είχε συμβεί έως τότε, το Cheval Blanc. Εκεί , λοιπόν, πρώτα , αφού διάλεξε το φαγητό ανάλογα με το κρασί, πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να το δοκιμάσει και βρέχοντας τη γλώσσα του με μία γουλιά απόχτησε την αίσθηση ότι αυτή τη γουλιά ποτέ δεν θα την ξεχνούσε.

Φωτογραφία: Διαδίκτυο
Το 1980 ξεναγήθηκε στο Romanѐe Conti ( το μαργαριτάρι της Βουργουνδίας ), που παράγει τα πιο περιζήτητα και τα πιο καλά κρασιά του κόσμου. Διαβάζουμε από το ημερολόγιο του Κ. Αντωνόπουλου: « Το μάθημα που μου έκανε ο Andrѐ Noblet maître de chai (= κύριος του κελαριού) δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Άγγιζε τα βαρέλια περιγράφοντας πλευρές του χαρακτήρα των crus (= αμπελώνων). Εκεί άκουσα τους όρους, εξωστρεφές ή κλειστό, υπεροπτικό, αλαζωνικό, φρόνημο: όρους που περιγράφουν απόλυτα τα κρασιά του και αυτός μου εδοσε να καταλάβω πώς το κρασί είναι και τέχνη και ο χαρακτήρας του κρασιού μπορεί και να τιθασεύεται. Φεύγοντας, πήρα μερικές φιάλες Grands Echѐzeaux , του ΄69, La Tâche του ΄69 και μερικές φιάλες Romanѐe-St-Vivant».

Φωτογραφία : Διαδίκτυο
Έτσι όπως λέει ο Μούλιας:« Η σχέση του ( εννοεί του Κ. Αντωνόπουλου) με το κρασί …ήταν σχέση ερωτική, που υποτάχθηκε στο πάθος του να δημιουργήσει, συνδυάζοντας το καινούργιο, το σημαντικό, το υπέροχο, ίσως το ανεπανάληπτο, γιατί όχι το αιώνιο, με γευστική ισορροπία». «…Καθιέρωσε τα Personal Wines, έργα ονειροπώλων που ξέρουν να χαϊδεύουν τα κρασιά και να μιλάνε μαζί τους». Εμπνεύστηκε κρασιά σε μικρές ποσότητες, και μάλιστα έλεγε : «Τόσο έδωσε η φετεινή χρονιά, τόσο θα δώσω στην κατανάλωση».

Στην προσπάθειά του να φτιάξει καλά κρασιά θυμάται ρητά και συναντήσεις. Σε ένα σημείο του Λευκώματος, γράφοντας για το πόσο βαθιά τραβάνε οι ρίζες των κλημάτων , φτάνοντας μερικές φορές και τα δεκαπέντε μέτρα , για να ριζώσουν σε κακοτράχαλα μέρη, θυμάται ένα ρητό των Γερμανών για κλήματα που φυτεύονται στις όχθες του Ρήνου και του Μόζελ: «Όπου το αλέτρι με ευκολία μπαίνει, κρασί καλό με δυσκολία θα σου βγαίνει».
Όμως, διαβάζουμε και μία άλλη ιστορία, που την άκουσε στα Καλαβρυτοχώρια. Η ιστορία έλεγε ότι ένας πατέρας πεθαίνοντας είπε στους δυο γιούς του ότι τους άφηνε ένα θησαυρό θαμμένο ανάμεσα στα κλήματα. Έπρεπε , όμως, να σκάψουν βαθειά, για να τον βρουν. Τα παιδιά έσκαβαν κάθε χρόνο χωρίς να βρουν το θησαυρό. Όμως στο τέλος είδαν ότι με τέτοιο σκάψιμο και φροντίδα το αμπέλι τους χάριζε χρυσούς καρπούς και αυτό ήταν ο θησαυρός. Στο τέλος γράφει ο Κ. Αντωνόπουλος: « Αυτή η ιστορία …στα Καλαβρυτοχώρια, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτά που πιστεύουν στον Ρήνο και στον Μόζελ. Και όμως. Δείχνει ακριβώς όλο το φάσμα και τους διαφορετικούς τρόπους που πηγαίνουν στην αμπελοκαλλιέργεια ανάλογα τον τόπο, το κλίμα, το χώμα και τόσα άλλα.

Φωτογραφία: Διαδίκτυο.
Τέλος, ας παρακολουθήσουμε τις σκέψεις του Κωνσταντίνου σχετικά με το δημιουργία ενός νέου κρασιού:
«Όταν αποφάσισα μετά από χρόνια να φτιάξω κρασί, πέρασα από τρεις σταθμούς, ξεχωριστούς τον ένα από τον άλλο με τόσα κοινά σημεία και διαφορές που μου θύμισαν τις τρεις εμπειρίες που αποκτά ο ποιητής όπως με έμαθε ο Έλιοτ. Στην αρχή όλα τα πράγματα βρίσκονται στο μυαλό σου και εκεί αρχίζουν να παίρνουν σχήμα και μορφή. Εδώ σ’ αυτό το στάδιο υπάρχει και μεγαλύτερη διαφορά από την ποίηση. Αν δεχτούμε ότι στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογέννεση και ότι ο καθένας αρχικά δημιουργεί επηρεασμένος από ότι γνωρίζει ή αγαπά καλύτερα, τότε για να αποκτήσει την δική του φωνή πρέπει να ξεχάσει ότι έχει διαβάσει και ο λόγος του στο ποίημα να αποκτήσει το δικό του ύφος.
»Στο κρασί αντίθετα πρέπει να μπορείς να θυμάσαι τα πάντα: γεύσεις χθεσινές και σημερινές, χρώματα, μυρωδιές. Όλα. Κι αν ο ποιητής έχει μπροστά του μια λευκή κόλα χαρτί που πρέπει να υπερνικήσει, εσύ έχεις το κτήμα που αποφασίζεις να καλλιεργήσεις, και πρέπει να γνωρίζεις τι κρασί θέλεις να φτιάξεις, τι χαρακτήρα θέλεις να σου δόσει, με τι δομή, τι σκελετό, τι σχήμα στη φιάλη. Όλα τούτα καθορίζουν τις ποικιλίες που αποφασίζεις να φυτέψεις στα όρια και τις δυνατότητες του οικοσυστήματος που βρίσκεσαι. Έτσι και γω αποφάσισα να φτιάξω κρασιά Νεοκλασσικά, με ετικέτες δωρικές στη λιτότητά τους, αποτέλεσμα συνεχούς αφαίρεσης και αποστάγματος στοιχείων που αναφέρονται, με ονόματα ελληνικά που δείχνουν καθαρά τον τόπο καταγωγής τους και λεν επακριβώς τι είναι, και με φιάλες διαχρονικής αξίας όσον αφορά το σχήμα τους αλλά λεπτής γραμμής στο κόψιμό τους. Ο πρώτος σταθμός τελειώνει με το φύτεμα και από κει και πέρα τα φυτά ακολουθούν τον δρόμο που τους ορίζεις με τον κλάδο και την ανάπτυξή τους.

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος
»Ο δεύτερος σταθμός αρχίζει με τον τρύγο, και εδώ βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου: αν είπες ψέματα όλα αυτά τα χρόνια, ψέματα θα τρυγίσεις, και το κρασί θα είναι μια θλιβερή ανάμνηση. Στο κρασί όπως και στην ποίηση δεν μπορείς να λες ψέματα και την ποιότητα δεν την επιβάλλεις με ηχηρές τυμπανοκρουσίες: την υποβάλεις με σεμνότητα.
»Τα έργα τέχνης σου μιλούν με μια αφοπλιστική αμεσότητα όπως και το κρασί. Έτσι απλά.

Φωτογραφία: Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου
»[…]Ο τρίτος σταθμός πλέον είναι το πώς νοιώθει ο κόσμος με την δουλειά σου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια πολύ μεγάλη διαφορά στο πώς βλέπουμε τα πράγματα: φτιάχνω κρασιά γιατί πρώτα απ’ όλα αυτή η μορφή τέχνης, αυτή η εξωτερίκευση της δίψας που έχω να καλλιεργώ τη γη εκφράζεται καθαρά με αυτόν τον τρόπο. Κατά δεύτερο λόγο είμαι πεπεισμένος ότι το χώμα στον τόπο μου είναι χρυσάφι και προσπαθώ να βρω τον τρόπο να το κάνω να ξεπηδήσει από την οργωμένη γη. Το τρίτο γιατί μου αρέσει το κρασί και θέλω να σφραγίσω τις ιδιαιτερότητες της κάθε χρονιάς σε φιάλες. Θέλω να πω με τούτα, πως δεν θάκανα κάτι που δεν θα με γέμιζε και κάτι που δεν θα μου άρεσε, ιδιαίτερα μάλιστα στο κρασί, αν το κρασί δεν είναι έτοιμο και δεν μου αρέσει, δεν το εμφιαλώνω».
Στο Ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου με ημερομηνία Δεκέμβριος του 1989 διαβάζουμε: <<Χθες βράδυ δοκίμασα μια φιάλη χωρίς όνομα(!) και μου άρεσε . Προτείνω λοιπόν αυτές τις λίγες φιάλες να τις κρατήσουμε για μας και επί τη ευκαιρία των εορτών να τις χαρούμε, δίδοντας τες και δωρεάν σε φίλους ή και γνωστούς αλλά και σε συνεργάτες της εταιρίας. Ως όνομα για το καινούργιο προϊόν προτείνω το Ιδιωτική Συλλογή>>΄. Εις ανάμνηση, λοιπόν, αυτού του γεγονότος, κάθε χρόνο στην Αχάια Κλάους βρίσκονται, κατά το Δεκέμμβρη, ο κ. Λεωνίδας Σωτηρόπουλος και οι οινολόγοι της Αχάια Κλάους, επιλέγουν από βαρέλια κόκκινο κρασί και δημιουργούν ένα blend με ετικέττα Equinox, το εμφιαλώνουν και δίδεται στους φίλους. Έτσι συνεχίζεται μία παράδοση που ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο , αλλά συνεχίζεται μέχρι σήμερα εις ανάμνηση της προσφοράς του στην οινοποιία.
Τα κρασιά που πρόλαβε να δημιουργήσει είναι Τα «Ορεινά Κτήματα» , η « Αμπελοχώρα», η « Νέα Δρυς» και η «Ιδιωτική Συλλογή»
Υ.Γ. Στα αποσπάσματα διατηρήθηκε η ορθογραφία του Λευκώματος, αφού ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί.
Πηγές : 1. Ευχαριστώ από καρδιάς την κ. Κωστάντζα Αντωνοπούλου-Οικονόμου, για το δώρο της, αλλά και γιατί πάντα ήταν και είναι πρόθυμη να με βοηθήσει σε ό,τι της ζητήσω. 2. Ευχαριστώ, επίσης, το φίλο κ. Άλμπερτ Μπάρρυ, ο οποίος, επίσης, πολύ πρόθυμα, όπως πάντα, μου έστειλε πληροφορίες και φωτογραφίες, αφού υπήρξε παιδικός φίλος, συμμαθητής του και για πολλά χρόνια είχαν κοινή ζωή 3. Ευχαριστίες οφείλω και στον άλλο φίλο της Αχάια Κλάους κ. Περικλή Μπαλτά.υπέύθυνο πολιτιστικού και ιστορικού αρχείου της Αχάια Κλάους, για τις πληροφορίες που πάντα μου δίνει .4. Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΜΠΕΛΩΝΩΝ» με προοίμιο Χ. Α. Μούλια και 5. Περισσότερες πληροφορίες για την ιστορία της Αχάια Κλάους από τον Κλάους μέχρι σήμερα, αλλά και το Ημερολόγιο του Κ. Αντωνόπουλου, υπάρχουν στο βιβλίο μου «Μνήμες και Εικόνες».
