Μια ριζικά διαφορετική πραγματικότητα από εκείνη που προβάλλουν οι επίσημοι κρατικοί προϋπολογισμοί αναδύεται όταν στο οικονομικό ισοζύγιο των αμερικανικών πολιτειών συνυπολογιστούν το σύνολο των δεσμεύσεών τους. Πέρα από την εικόνα των ισοσκελισμένων δημόσιων οικονομικών, συσσωρεύονται χρέη, μελλοντικές συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις και δαπάνες οι οποίες στερούνται επαρκούς κάλυψης από διαθέσιμα κεφάλαια. Ως αποτέλεσμα, περίπου οι μισές πολιτείες στις ΗΠΑ αδυνατούν να καλύψουν το σύνολο των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Το ζήτημα αυτό αναδεικνύεται στην έρευνα «Financial State of the States» από τον οργανισμό Truth in Accounting, ο οποίος καταγράφει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ της λογιστικής απεικόνισης των προϋπολογισμών και της πραγματικής δημοσιονομικής κατάστασης. Είναι ενδεικτικό ότι, για το οικονομικό έτος 2025, μόλις τέσσερις πολιτείες παραδέχθηκαν επίσημα έλλειμμα, παρότι τα ευρύτερα δεδομένα, σύμφωνα με το Forbes, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερες περιπτώσεις όπου οι συνολικές υποχρεώσεις υπερβαίνουν τους διαθέσιμους πόρους.
Η αντίφαση των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών
Η ασυμφωνία αυτή πηγάζει από τον τρόπο σύνταξης των οικονομικών καταστάσεων. Παρά την υποχρέωση πολλών πολιτειών να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αυτό δεν εγγυάται τη χρηματοδότηση των υφιστάμενων και μελλοντικών αναγκών. Συχνά, δαπάνες μετακυλίονται σε μελλοντικές χρήσεις, ενώ παλαιότερα ελλείμματα δεν καταγράφονται πλήρως. Επιπλέον, οι προβλέψεις για τα έσοδα ενδέχεται να είναι υπερβολικά αισιόδοξες ή οι δαπάνες να υποτιμώνται. Έτσι, ένας προϋπολογισμός μπορεί να φαίνεται ισορροπημένος λογιστικά, αποκρύπτοντας τα βάρη που θα κληθεί να σηκώσει η πολιτεία τα επόμενα έτη, καθώς μια μικρή απόκλιση από τις αρχικές εκτιμήσεις αρκεί για να καταρρεύσει ο δημοσιονομικός σχεδιασμός.
Πολιτείες με ισχυρά δημοσιονομικά αποθέματα
Στον αντίποδα, ορισμένες πολιτείες διατηρούν σημαντικά αποθέματα, είτε μέσω της παραγωγικής τους δραστηριότητας είτε λόγω συνετής διαχείρισης. Αρκετές από αυτές βρίσκονται στον αμερικανικό Βορρά, αν και η γεωγραφία δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα. Ειδικότερα:
- Η Αλάσκα, η Βόρεια Ντακότα, το Ουαϊόμινγκ και η Μοντάνα επωφελούνται από την εκμετάλλευση φυσικών πόρων.
- Παρόμοια πλεονεκτήματα παρουσιάζουν η Δυτική Βιρτζίνια και η Οκλαχόμα.
- Η Γιούτα, το Τενεσί, το Αϊντάχο και η Βόρεια Καρολίνα ακολουθούν μοντέλο βασισμένο στην αναπτυσσόμενη οικονομία και τη διαφοροποίηση.
- Η Αϊόβα, η Νότια Ντακότα, η Νεμπράσκα και το Αρκάνσας συγκαταλέγονται επίσης στις δημοσιονομικά ανθεκτικές περιοχές.
Η κατοχή ορυκτού πλούτου δεν εγγυάται υγιή οικονομικά αν δεν συνοδεύεται από αποτελεσματικές επενδύσεις και ορθολογική διαχείριση των μελλοντικών υποχρεώσεων.
Δημοσιονομική εικόνα και πολιτικός προσανατολισμός
Η σχέση μεταξύ δημοσιονομικών επιδόσεων και πολιτικής ταυτότητας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι λεγόμενες «κόκκινες πολιτείες», που υποστηρίζουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, εντοπίζονται συχνότερα μεταξύ εκείνων με πλεονάσματα, λόγω πολιτικών περιορισμού των δαπανών. Ωστόσο, δεν πρόκειται για κανόνα, καθώς το Τέξας και το Οχάιο εμφανίζουν ελλείμματα λόγω συνταξιοδοτικών βαρών. Αντίστοιχα, πολιτείες με προσκείμενη στους Δημοκρατικούς διοίκηση, όπως η Νέα Υόρκη, η Καλιφόρνια και η Μασαχουσέτη, αντιμετωπίζουν ανισορροπίες. Σοβαρές πιέσεις δέχονται επίσης πολιτείες του Νότου, όπως η Λουιζιάνα, η Αλαμπάμα και το Μισισιπί, κυρίως λόγω των συσσωρευμένων δεσμεύσεων για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη, για τις οποίες δεν έχουν προβλεφθεί επαρκή αποθεματικά.
Αποκλίσεις ανά φορολογούμενο
Όταν τα μεγέθη υπολογίζονται ανά φορολογούμενο, οι διαφορές γίνονται εντυπωσιακές. Το Νιου Τζέρσεϊ καταγράφει τη χειρότερη επίδοση, με έλλειμμα περίπου 46.000 δολαρίων ανά φορολογούμενο, ενώ το Ιλινόις αντιμετωπίζει επίσης διαχρονικά προβλήματα. Αντιθέτως, η Βόρεια Ντακότα εμφανίζει πλεόνασμα 72.300 δολαρίων ανά φορολογούμενο. Το Όρεγκον διατηρεί πλεόνασμα 5.800 δολαρίων, συνδυάζοντας υψηλή φορολογία και ισχυρή δραστηριότητα, ενώ η Μινεσότα ξεχωρίζει με πλεόνασμα 6.300 δολαρίων, αξιοποιώντας τη διαφοροποιημένη παραγωγή της. Το κεντρικό συμπέρασμα παραμένει πως η ισορροπία ενός ετήσιου προϋπολογισμού δεν ταυτίζεται με την οικονομική υγεία, καθώς η πραγματική αντοχή εξαρτάται από την ικανότητα κάλυψης μακροπρόθεσμων δεσμεύσεων χωρίς τη μεταφορά βαρών στις επόμενες γενιές.