Ανοδική πορεία ακολουθεί ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, εντείνοντας τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και στο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat που δημοσιεύθηκε χθες, ο ετήσιος πληθωρισμός στη χώρα μας αναμένεται να διαμορφωθεί στο 5,6% τον Οκτώβριο του 2026, από 5,1% τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας αύξηση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.
Η εξέλιξη αυτή τοποθετεί την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με τις υψηλότερες πληθωριστικές επιδόσεις στην Ευρωζώνη. Ειδικότερα, βρίσκεται στην τρίτη θέση μαζί με την Ιταλία, πίσω από τη Λιθουανία, όπου ο πληθωρισμός ανέρχεται στο 6,1%, και τη Βουλγαρία με 6%.
Η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού συνδέεται κυρίως με την ενεργειακή κρίση και την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, υπό την επίδραση των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Οι ανατιμήσεις στην ενέργεια αποτελούν τον βασικό παράγοντα που τροφοδοτεί τις νέες πληθωριστικές πιέσεις, δημιουργώντας πρόσθετες επιβαρύνσεις τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για την παραγωγική δραστηριότητα.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα αβεβαιότητας, καθώς η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι επιχειρήσεις που έχουν υψηλή ενεργειακή κατανάλωση, αλλά και οι κλάδοι των μεταφορών, της μεταποίησης, της εστίασης και του εμπορίου, όπου το αυξημένο κόστος λειτουργίας περιορίζει τα περιθώρια απορρόφησης των ανατιμήσεων.
Την ίδια ώρα, η άνοδος του πληθωρισμού επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, οι οποίοι καλούνται να διαθέσουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Σε επίπεδο Ευρωζώνης, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 4% τον Οκτώβριο, από 3,8% τον Σεπτέμβριο, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας τριετίας και διαμορφούμενος στο διπλάσιο του στόχου 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η ενέργεια καταγράφει τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης, με 20,8%, έναντι 18,9% τον Σεπτέμβριο. Ακολουθούν οι υπηρεσίες με 3,3%, τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 1,6% και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά με 1,2%.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζητούμενο είναι εάν οι ενεργειακές ανατιμήσεις θα παραμείνουν περιορισμένες στον συγκεκριμένο τομέα ή εάν θα αποκτήσουν ευρύτερη διάχυση στην αγορά, οδηγώντας σε έναν νέο κύκλο αυξήσεων που θα επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος ζωής και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.