Δείγμα γραφής, χαρακτήρα και δεξιοτήτων δίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος με το πόνημά του «Το λικέρ της Μαργαρίτας». Αναφέρεται σε ιστορίες ανθρώπων, ξεκληρισμένων οικογενειών, άστεγων νεκρών, εξαθλιωμένων, που ξεριζώθηκαν από τα παράλια της Μικράς Ασίας και εγκαταστάθηκαν στη μητέρα πατρίδα.
Κάπου τριακόσιοι εβδομήντα νοματαίοι, πρόσφυγες από τη Μικρασία όλοι, «μια γεμάτη παρτίδα», όπως τους είχαν βαφτίσει από την πρώτη μέρα της άφιξής τους οι χωροφύλακες. Τους χρέωσαν στον Νοματάρχη με την υποχρέωση να τους βρει τόπο να μείνουν, ακόμα και καλύβες αν έφτιαχναν. Τριακόσια εβδομήντα πεινασμένα στόματα κι ακόμα τόσες ψυχές τσουβαλιασμένες, η μια πάνω στην άλλη, σε έναν πρόχειρο καταυλισμό χωρίς προδιαγραφές, χωρίς την παραμικρή υποδομή. Με σκηνές εκστρατείας, που χρησιμοποιούσε ο στρατός, που χώραγαν είκοσι κουρελιασμένα άτομα. Σχεδόν ετοιμοθάνατοι, απελπισμένοι όλοι. Πριν προλάβουν να δουν το καινούργιο μέρος που όταν βρισκόταν θα τους μετέφεραν, είχαν ήδη αποδημήσει από τις κακουχίες οι πιο αδύναμοι. Με ό,τι ξύλο έβρισκαν, ακόμα και με τα νύχια, έσκαψαν τους τάφους τους οι ζωντανοί. Λίγο δίπλα ένα μικρό χωριό ξεχασμένο από τον Θεό στην άλλη άκρη της πατρίδας, κοντά στη θάλασσα. Κι ύστερα, ένας καταστροφικός σεισμός που το ισοπεδώνει.
Απόγνωση! Ξεκληρισμένες οικογένειες, άστεγοι νεκροί, εξαθλιωμένοι, «Όρθιοι νεκροί» κι αυτοί. Προδοσίες, θρησκευτικές προκαταλήψεις. Μικροί θεοί και δαίμονες. Οι ξαγρύπνιες για τις χαμένες πατρίδες και οι προσδοκίες για μια καινούργια ζωή, κοντά στη θάλασσα.
Ιστορίες στις άκρες των ονείρων τους, οι γυναίκες, ντόπιες και ξενόφερτες που τολμούν κι αλλάζουν την ιστορία του μικρού χωριού, ο κήπος με τα βελούδινα κατακόκκινα τριαντάφυλλα, το ευλογημένο λικέρ της Μαργαρίτας, το πουλόβερ για τον Τζώρτζη της, πρόσωπα που εμφανίστηκαν ξαφνικά, σημάδεψαν ζωές και μελλούμενα, ιστορίες τρυφερές, καθημερινές, η Θεία Δίκη.
Απληστία και τιμωρία. Ο «Νάνος» και οι «βρώμικοι θησαυροί του», το φρικιαστικό τέλος του. Δεισιδαιμονίες, τολμηρές και παράτολμες αποφάσεις, παιδικές φοβίες. Η κατάρα της μικρής Μαργαρίτας επειδή γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, που την υποχρεώνει να παλεύει με τον θάνατο από τα παιδικά της χρόνια, η ελεγεία των ανεκπλήρωτων συναισθημάτων, ατελείς ανθρώπινες σκέψεις, απροσδόκητες αλληγορικές συμπεριφορές.
Ο χρησμός της Νεράιδας, η πριγκίπισσα Σοφία στο απάτητο δάσος που «κρατάει φαντάσματα», το μαγικό περιδέραιο, οι συμπτώσεις, ο ανελέητος πόλεμος με τον θάνατο, τα όνειρα που ξυπνούν μέσα μας από την πρώτη μέρα μας, οι κύκλοι της ζωής, οι κρυφές προσδοκίες μας.
Η γιαγιά Μαργαρίτα που χάνεται σαν αερικό κι η νεότερη που ξεστρατίζει απ’ το προαιώνιο ριζικό της και αψηφά τον θάνατο.
1922 – 1994. Οι χαμένες πατρίδες, οι μάχες για την επιβίωση, οι απρόσμενες νίκες. Σ’ ένα μικρό χωριό στην άκρη της πατρίδας.
Το βιβλίο έχει αποσπάσει δύο βραβεία «Ασημένιας Σελίδας». Συγκέντρωσε την εκτίμηση και την ψήφο των κριτών περισσότερο από όσα βιβλία συμμετείχαν στον διαγωνισμό υπό έκδοση βιβλίων, αλλά και στην κατηγορία «Μυθιστόρημα».
Ο Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος έχει ξεκινήσει τη συγγραφική του πορεία το 2021 με το βιβλίο «Να με θυμάσαι τον Αύγουστο», μια νοσταλγική νότα των παιδικών μας χρόνων, με εικόνες και συναισθήματα, με πρωταγωνιστές τον Αλέξανδρο και τον Σκριπ, τον αγαπημένο του σκύλο, σε ιστορίες που μοσχοβολούν αθωότητα.